21.9.12

"Η πόλη είναι ένα βιβλίο"

η πόλη είναι ένα βιβλίο
ανοίγουμε τον πρώτο δρόμο
διαβάζουμε τον πρώτο δρόμο
τον διαβάζουμε με τα πόδια
ενώ τον περπατάμε
με τον καιρό καταλαβαίνουμε επίσης
ότι η σύνταξη του δρόμου
είναι σημαντικότερη από την κατανόηση
των επιμέρους σπιτιών και μόλις
δούμε ότι τα σπίτια είναι λέξεις
και οι δρόμοι είναι προτάσεις και
οι πόλεις είναι βιβλία και οι χώρες
είναι βιβλιοθήκες πέφτουμε
πάνω στο ερώτημα: τι είναι ο άνθρωπος;

είναι οι άνθρωποι αναγνώστες ή είναι οι άνθρωποι
περιπατητές ή είναι οι άνθρωποι ακροατές
των σπιτιών ή είναι οι άνθρωποι συγγραφείς
των δρόμων ή είναι οι άνθρωποι
κάτοικοι των πόλεων ή είναι
οι άνθρωποι κτίστες των βιβλιοθηκών
ή είναι οι λέξεις βήματα σε προτάσεις
μέσα σε στρατώνες βιβλίων ή οι προτάσεις
αποσπάσματα σπιτιών σε δρόμους μέσα σε
πόλεις γεμάτες ανθρώπους

και υπάρχουν παράθυρα στους στίχους
προς τα σπίτια ή τρύπες στις
προτάσεις προς τις λέξεις ή μάτια
στους ανθρώπους για τα βλέμματα
μέσα απ’ τις τρύπες στις προτάσεις
προς τα παράθυρα μες στα σπίτια
στους δρόμους μέσα στις πόλεις
και στέκονται οι λέξεις μέσα απ’ τους
δρόμους στα δικά τους πόδια ή
παίρνουν τα σπίτια στις προτάσεις
τους δικούς τους δρόμους ή έχουν τα βλέμματα
προς τα κέντρα των συνοικιών πιο σοβαρές
έγνοιες ή δείχνουν οι φωνές
στις σκάλες των κτιρίων ίχνη
των πέτρινων γλωσσών από άλλες
πόλεις

και υπάρχουν άνθρωποι στις λέξεις
μες στον δρόμο ή λουλούδια στα
παράθυρα των κτιρίων ή αυτοκίνητα στους
στίχους των ποιημάτων ή υπηρεσίες
μέσα στα μάτια για τα σπίτια αυτά στον δρόμο
ή συλλαβές μέσα στις πέτρες που δεν φωνάζουν
ή φώτα στα αετώματα των πεπρωμένων
υπάρχουν στέγες στους στίχους των σπιτιών αυτών
στον δρόμο μιας γλώσσας δίχως φθόγγους

υπάρχουν αναγνώστες για τα φανάρια
στη διασταύρωση ή
ομιλητές για τα παράθυρα στον ηλεκτρικό ή γιατροί
για τα βιβλία όταν είναι άρρωστα ή δικαστές
για τα σπίτια όταν είναι ένοχα ή παιδιά
μες στα υπόγεια όταν γίνεται πόλεμος
υπάρχουν μαούνες
για τα φορτία ή γερανοί για τα έξοδα
ή σχέδια για τις ερωτήσεις ως προς τις γλώσσες
μες στα σπίτια της ανατολικής πλευράς
υπάρχουν άντρες για τις γυναίκες
ή άνθρωποι – υπάρχουν άνθρωποι;

Gerhard Falkner 
μετάφραση Μαρίνα Αγαθαγγελίδου 
περιοδικό the books’ journal, Νοέμβριος 2010

20.9.12

Το νέο ποίημα


βλέπω τις ζωγραφιές να έχουν μαύρο ή άσπρο
μόνο
βλέπω πως σκίζεται η ευαισθησία μου
από αυτά τα δύο άκρα
τα βλοσυρά
και, όχι,
δεν είναι η ζωή ακριβώς αποχρώσεις
του γκρι
Η ζωή είναι πολύχρωμη
Ό,τι ασπρόμαυρο θάνατος
αποχρώσεις του γκρι, επιλεκτικά
το ΙΔΙΟ θανατικοί

Βλέπω τις ζωγραφιές να είναι σαν
τα δημοσιεύματα του τύπου
άσπρα ή μαύρα

ανάβω τσιγάρο, ανάβω φωτιά τα
φύλλα των εφημερίδων
φτύνω την οθόνη της τηλεόρασης
στις ειδήσεις των 8

και βγάζω το μωβ, το πορτοκαλί
και το κόκκινο

και χορεύω με το τσιγάρο στα
χείλη
στους μόνους στροβιλισμούς
που δίκαια αυτοχαρακτηρίζονται
ΖΩΗ.

22.8.12

Πονοκέφαλος

Αυγουστιάτικος πονοκέφαλος, προερχόμενος από την διαπίστωση ότι η μετά «διακοπών» περίοδος θα ήταν ξεκούραστη, ή έστω η άρνηση θα είχε φύγει ατάκτως. Ούτε η άρνηση για οποιαδήποτε εργασία έφυγε, αλλά ούτε η όρεξη για κάτι επανήρθε, έστω, μια ενέργεια που να μην είναι αναγκαστική δουλειά, βρε αδερφέ.

Εντάξει, για πρώτη φορά έβαψα τοίχους, το αποτέλεσμα δεν είναι ακριβώς κακό. Όμως επέμεινα το ένα δωμάτιο να είναι μωβ, όχι το μελιτζανί που ξυπνάει νυχτερινές αναζητήσεις, αλλά το παιχνιδιάρικο, που το λες και γκρι αλλά χωρίς την κατάθλιψη που το γκρι κουβαλάει. Ένα νεραϊδένιο μωβ να θυμίζει τι είμαι.

Μια επιτυχία. Ένας τοίχος μωβ. Και έρχονται ένα σωρό οι διαφωνίες. Και το δύσκολο πάντα θα είναι να καταλήξω στην εσωτερική μου αψιμαχία για ποιο από όλα πρέπει να ασκήσω βέτο και για ποιο όχι. Ποιο να πάρω στα σοβαρά και ποιο όχι. Πιθανόν όλα να είναι ασήμαντα και η δική μου προβληματική συμπεριφορά, αυτή η ρομαντική αντικοινωνικότητά μου να είναι το μεγάλο εμπόδιο. Αλλά αν ο έρωτας είναι δυνατός, θα αντέξει, ε?

Ξέρεις τι φοβάμαι περισσότερο? Μην ξυπνήσω αύριο το πρωί, ελάχιστες μέρες πριν πω αντίο στο κρεβάτι μου, στο υπνοδωμάτιό μου, στο διαμέρισμά μου, και όταν όλα αυτά θα έχουν αντικατασταθεί από το κρεβάτι «μας», στο υπνοδωμάτιό «μας», στο διαμέρισμά «μας» και δε τα θέλω όλα αυτά τα «μας». Φοβάμαι, γιατί ήδη νιώθω τον αέρα να λιγοστεύει, δεν το πίστευα ποτέ ότι οι σχέσεις μπορεί να έχουν την ίδια επίδραση με τα ασφυξιογόνα των μπάτσων, ή ίσως και να το ένιωθα, γιατί πολλές ήταν οι ώρες που κλείδωνα την εξώπορτά μου και δεν άφηνα κανένα να μπει μέσα να μου κλέψει τον αέρα μου, αυτόν που τόσο επιμελώς καπνίζω και αναστενάζω και γεμίζω τρυφερές υγρασίες από τις σκέψεις τις παλιές και τον καιρό που είχα ακόμα κουράγιο και ελπίδες και δεν φοβόμουν τίποτα.

Ναι, Αμάντα, δεν έχω τίποτα να χάσω και τίποτα και να κερδίσω. Αν έχεις δίκιο (που έχεις δηλαδή) θα μπορούσα να είμαι όσο ελεύθερη και χαρούμενη ήθελα να είμαι. Μα δεν είναι ότι δε θέλω. Είναι ότι αδυνατώ. Ναι είμαι αδύναμη πια, κοντεύω να γίνω σκόνη αν φυσήξει λίγο παραπάνω, κουράγιο πια δεν έχω στις αποθήκες μου. Κι ας το έπαιζα τόσα χρόνια βράχος, και καλά. Κι ας νόμιζαν όλοι ότι είμαι σκληρή και αντέχω.

Κουράστηκα, φανταστική μου προσωπικότητα. Και ίσως να φταις εσύ γιατί δεν παραδεχόσουν, μέσα στο μεγαλείο σου, ότι κουράζεσαι. Ότι κάνεις πολλά πράγματα ταυτόχρονα και δεν κοιτάς τις ισορροπίες σου. Ότι δεν είναι όλα ίδια και μονόδρομος, κάποια στιγμή πρέπει να σταματάει κανείς. Να κοιτάει λίγο γύρω του, να παραιτείται από μάχες με ανεμόμυλους, ειδικά αν δεν έχει έναν Σάντσο Πάντσα για αμέριστη υποστήριξη, no matter what.

Εντάξει, έβγαλα λίγο δηλητήριο για σήμερα.

Ναι, μετά από πολύ καιρό.

Ναι, έχω ακόμα πονοκέφαλο.

16.12.10

Άγνοια

Ο εαυτός μου ξεντύνεται από τον φόβο, βγάζει νωχελικά από πάνω του την αγωνία, πετάει νευρικά τις προσδοκίες στο πάτωμα και γυμνός ονειρεύεται την πραγματική του αλήθεια.

Τον νιώθω στα σωθικά μου που κλυδωνίζεται, που συντονίζεται με παράξενες δονήσεις. Αισθάνομαι πιο μικρή και ασήμαντη από ποτέ. Αγνοώ αυτό που ο εαυτός μου ξέρει. Αγνοώ τις δονήσεις που μοιάζουν να είναι ενός ήλιου που ξεκινάει να γεννηθεί.

Είναι άραγε θέμα ικανότητας? Διαίσθησης? Μπορεί το λογικό μου να χωρέσει όλη αυτήν την αλήθεια?

Παραπαίω ακόμα μια φορά – δεν υπάρχει κάτι στέρεο να με κρατήσει. Η δύνη έχει ανοίξει και είναι πολύχρωμη. Το ότι θα με καταπιεί φαίνεται απειλητικό. Μήπως όμως αυτό είναι που με καλεί ο εαυτός μου να κάνω?

«Πρέπει να πέσω, μα που είναι το κενό?»

Σαν κάθε μετακίνηση από το καθορισμένο με την απειλή των κακών εξελίξεων στο κατόπι της σκέψης.

Δεν πρέπει να μασήσω.

Έχω φτάσει μέχρι εδώ μόνο γιατί άφησα τον εαυτό μου να με οδηγήσει.

Ο εαυτός μου ξέρει.

19.11.10

Το άχρηστο μάθημα της μεταφυσικής

Πού ανήκει, λοιπόν, η ψυχή μου
εκτός σώματος διατρέχοντας τον κόσμο,
αφήνοντας πίσω ίχνη
όπως τα πουλιά που ταξιδεύουν
με προορισμό να μην εμπιστεύονται
το κενό που τα στηρίζει;


ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ

24.10.10

«Αδιόρθωτα τα μάτια και οι καρδιές»

Εκεί που φαίνομαι λάθος, η αλήθεια είναι ότι είμαι κιόλας. Όπου μου φαίνομαι πως λανθάνω, όπως ας πούμε απόψε, που κοκκίνισα βίαια το πρόσωπό μου και μετά βγήκα να πιω κόκκινο κρασί, είναι βέβαιο ότι κάτι δεν κάνω καλά. Κάποιος θα σχολίαζε «άσε με να κάνω λάθος» ενώ κάποιος άλλος «χωρίς λάθη η ζωή είναι άνοστη». Όσο για μένα, εγώ λέω να συνεχίσω να πίνω το κόκκινο κρασί μου τις Κυριακές τα βράδια, με ή χωρίς κόκκινη μούρη, γιατί βρε αδερφέ, αύριο θα με πάρει από τα μούτρα (κόκκινα ή μη) αυτή η αχώνευτη Δευτέρα.

Ναι, έχω κέφια, θα μπορούσα να περπατήσω από το κέντρο μέχρι το Φάληρο, μόνο για να δω και να μυρίσω λίγη θάλασσα, αρκεί να έβρισκα τρόπο να κουβαλώ το κρασάκι μου στην ζώνη μου και να αγνοήσω τα στυγνά νυχτερινά φώτα της πόλης και όλους τους σιχαμερά ηλίθιους οδηγούς.

Θέλω να πω, ακόμα είναι καλοκαίρι και αρνούμαι να φορέσω κάλτσες ή να στρώσω με χαλιά το σπίτι. Μπορεί να μην κάνει καύσωνα (γι αυτό δεν μπορώ να πιω ούζο) όμως τα μπράτσα μου είναι γυμνά και τα μαλλιά μου με χαϊδεύουν σε κάθε μου κίνηση. Άρα είναι ακόμα καλοκαίρι. Και σαν καλοκαίρι θέλω να περάσω αυτόν το χειμώνα που αρχίζει να αχνοφαίνεται στο βάθος του χρόνου.

Σαν καλοκαίρι και τίποτα λιγότερο.

10.10.10

Αντικρίζω και ονειρεύομαι

Είναι την ώρα που κλείνω τα μάτια – δεν είναι ότι κοιμάμαι – όχι απαραίτητα. Είναι ο τρόπος μου να αποφεύγω την ασχήμια, την αντιαισθητική πραγματικότητα που θέλει να με συνθλίψει. Επιζητώ κάθε στιγμή αυτή την διαφυγή γιατί θέλω να είμαι χαρούμενη. Είναι το σίγουρο απάγκιο μου, ξέρω σίγουρα ότι κάθε φορά ξεδιπλώνονται μέσα στο νου μου άνθρωποι και μέρη και εικόνες και αισθήσεις που σβήνουν κατακόρυφα την δίψα της επιθυμίας μου.

Κλείνω τα μάτια για να δω τα σημαντικά του κόσμου μου.