Ο εαυτός μου ξεντύνεται από τον φόβο, βγάζει νωχελικά από πάνω του την αγωνία, πετάει νευρικά τις προσδοκίες στο πάτωμα και γυμνός ονειρεύεται την πραγματική του αλήθεια.
Τον νιώθω στα σωθικά μου που κλυδωνίζεται, που συντονίζεται με παράξενες δονήσεις. Αισθάνομαι πιο μικρή και ασήμαντη από ποτέ. Αγνοώ αυτό που ο εαυτός μου ξέρει. Αγνοώ τις δονήσεις που μοιάζουν να είναι ενός ήλιου που ξεκινάει να γεννηθεί.
Είναι άραγε θέμα ικανότητας? Διαίσθησης? Μπορεί το λογικό μου να χωρέσει όλη αυτήν την αλήθεια?
Παραπαίω ακόμα μια φορά – δεν υπάρχει κάτι στέρεο να με κρατήσει. Η δύνη έχει ανοίξει και είναι πολύχρωμη. Το ότι θα με καταπιεί φαίνεται απειλητικό. Μήπως όμως αυτό είναι που με καλεί ο εαυτός μου να κάνω?
«Πρέπει να πέσω, μα που είναι το κενό?»
Σαν κάθε μετακίνηση από το καθορισμένο με την απειλή των κακών εξελίξεων στο κατόπι της σκέψης.
Δεν πρέπει να μασήσω.
Έχω φτάσει μέχρι εδώ μόνο γιατί άφησα τον εαυτό μου να με οδηγήσει.
Ο εαυτός μου ξέρει.
16.12.10
19.11.10
Το άχρηστο μάθημα της μεταφυσικής
Πού ανήκει, λοιπόν, η ψυχή μου
εκτός σώματος διατρέχοντας τον κόσμο,
αφήνοντας πίσω ίχνη
όπως τα πουλιά που ταξιδεύουν
με προορισμό να μην εμπιστεύονται
το κενό που τα στηρίζει;
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ
εκτός σώματος διατρέχοντας τον κόσμο,
αφήνοντας πίσω ίχνη
όπως τα πουλιά που ταξιδεύουν
με προορισμό να μην εμπιστεύονται
το κενό που τα στηρίζει;
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ
24.10.10
«Αδιόρθωτα τα μάτια και οι καρδιές»
Εκεί που φαίνομαι λάθος, η αλήθεια είναι ότι είμαι κιόλας. Όπου μου φαίνομαι πως λανθάνω, όπως ας πούμε απόψε, που κοκκίνισα βίαια το πρόσωπό μου και μετά βγήκα να πιω κόκκινο κρασί, είναι βέβαιο ότι κάτι δεν κάνω καλά. Κάποιος θα σχολίαζε «άσε με να κάνω λάθος» ενώ κάποιος άλλος «χωρίς λάθη η ζωή είναι άνοστη». Όσο για μένα, εγώ λέω να συνεχίσω να πίνω το κόκκινο κρασί μου τις Κυριακές τα βράδια, με ή χωρίς κόκκινη μούρη, γιατί βρε αδερφέ, αύριο θα με πάρει από τα μούτρα (κόκκινα ή μη) αυτή η αχώνευτη Δευτέρα.
Ναι, έχω κέφια, θα μπορούσα να περπατήσω από το κέντρο μέχρι το Φάληρο, μόνο για να δω και να μυρίσω λίγη θάλασσα, αρκεί να έβρισκα τρόπο να κουβαλώ το κρασάκι μου στην ζώνη μου και να αγνοήσω τα στυγνά νυχτερινά φώτα της πόλης και όλους τους σιχαμερά ηλίθιους οδηγούς.
Θέλω να πω, ακόμα είναι καλοκαίρι και αρνούμαι να φορέσω κάλτσες ή να στρώσω με χαλιά το σπίτι. Μπορεί να μην κάνει καύσωνα (γι αυτό δεν μπορώ να πιω ούζο) όμως τα μπράτσα μου είναι γυμνά και τα μαλλιά μου με χαϊδεύουν σε κάθε μου κίνηση. Άρα είναι ακόμα καλοκαίρι. Και σαν καλοκαίρι θέλω να περάσω αυτόν το χειμώνα που αρχίζει να αχνοφαίνεται στο βάθος του χρόνου.
Σαν καλοκαίρι και τίποτα λιγότερο.
Ναι, έχω κέφια, θα μπορούσα να περπατήσω από το κέντρο μέχρι το Φάληρο, μόνο για να δω και να μυρίσω λίγη θάλασσα, αρκεί να έβρισκα τρόπο να κουβαλώ το κρασάκι μου στην ζώνη μου και να αγνοήσω τα στυγνά νυχτερινά φώτα της πόλης και όλους τους σιχαμερά ηλίθιους οδηγούς.
Θέλω να πω, ακόμα είναι καλοκαίρι και αρνούμαι να φορέσω κάλτσες ή να στρώσω με χαλιά το σπίτι. Μπορεί να μην κάνει καύσωνα (γι αυτό δεν μπορώ να πιω ούζο) όμως τα μπράτσα μου είναι γυμνά και τα μαλλιά μου με χαϊδεύουν σε κάθε μου κίνηση. Άρα είναι ακόμα καλοκαίρι. Και σαν καλοκαίρι θέλω να περάσω αυτόν το χειμώνα που αρχίζει να αχνοφαίνεται στο βάθος του χρόνου.
Σαν καλοκαίρι και τίποτα λιγότερο.
10.10.10
Αντικρίζω και ονειρεύομαι
Είναι την ώρα που κλείνω τα μάτια – δεν είναι ότι κοιμάμαι – όχι απαραίτητα. Είναι ο τρόπος μου να αποφεύγω την ασχήμια, την αντιαισθητική πραγματικότητα που θέλει να με συνθλίψει. Επιζητώ κάθε στιγμή αυτή την διαφυγή γιατί θέλω να είμαι χαρούμενη. Είναι το σίγουρο απάγκιο μου, ξέρω σίγουρα ότι κάθε φορά ξεδιπλώνονται μέσα στο νου μου άνθρωποι και μέρη και εικόνες και αισθήσεις που σβήνουν κατακόρυφα την δίψα της επιθυμίας μου.
Κλείνω τα μάτια για να δω τα σημαντικά του κόσμου μου.
Κλείνω τα μάτια για να δω τα σημαντικά του κόσμου μου.
3.10.10
Που είσαι?
Ο κόσμος φαντάζει τόσο άδειος χωρίς εσένα. Κοιτώ τους ανθρώπους που στοιβάζονται στα πεζοδρόμια, πάντα βιαστικοί, τόσο άδειοι. Κανένας δεν έχει ενδιαφέρον, για κανένα δεν αναρωτιέμαι από που έρχεται και τι να σκέφτεται τη στιγμή που διασχίζει το φανάρι, τρέχοντας γιατί άναψε το κόκκινο.
Κι εδώ στην άκρη του δρόμου που στέκομαι, και όταν βγαίνω κλεφτά στο μπαλκόνι και κοιτώ τους περαστικούς, και όταν μέσα στο αυτοκίνητο χαζεύω τους πεζούς να λικνίζονται μπροστά στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, βλέπω εικόνες αδιάφορες, τίποτα δεν μπορεί να ταράξει την ακινησία της έκπληξης μου, αυτής της ευχάριστης που τόσο αδημονώ να με κατακλύσει.
Λείπεις εσύ.
Που είσαι?
Η ματιά μου έχει γεμίσει από την σκόνη των αδιάφορων ανθρώπων, ίσως φταίει που είμαι εδώ και δεν κινώ να σε αναζητήσω. Το πιο πιθανό να είσαι σε κάποιο μονοπάτι πλάι στα πλατάνια και να χαζολογάς με τα ζουζούνια περπατώντας προς το βουνό. Ή να είσαι πλάι στη θάλασσα, ακόμα και τώρα που είναι Οκτώβρης, και τσαλαβουτάς τα πόδια σαν να είναι Ιούλιος, σαν να ζεματιέσαι από τον καύσωνα.
Που είσαι?
Όσο και πληγώνονται τα μάτια μου από το άχαρο παρόν, από το σκηνικό της αδιαφορίας και από την ερημιά των αγνώστων στο πλάι μου, να θυμάσαι ότι σε αναζητώ. Ότι κρατώ την ελπίδα να σε ανταμώσω, κάπου ξαφνικά, μάλλον θα είσαι στο απέναντι πεζοδρόμιο ή θα κατηφορίζεις την Αλεξάνδρας οδηγώντας, ή θα πέσεις κατά λάθος επάνω μου όταν διασχίζεις το φανάρι στην πλατεία Κάνιγγος, ή πάλι θα έρθεις κάτω από το μπαλκόνι μου και θα παίξεις με τα γατάκια.
‘Η τίποτα από όλα αυτά.
Με πληγώνει η δροσιά του Οκτώβρη και ο χειμώνας που έρχεται. Για αυτό σε έχω ανάγκη τώρα περισσότερο από ποτέ. Και εύχομαι όταν έρθεις να σε έχω ανάγκη ακόμα περισσότερο και κάθε στιγμή κοντά σου η ανάγκη μου να θεριεύει ακόμα πιο πολύ.
Είναι που λιγοστεύει ο ήλιος μέρα με την μέρα, και οι αισθήσεις μου αισθάνομαι να πέφτουν σε θανατική ακινησία. Και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ ότι δεν θα βλέπω καθώς οι μέρες συρρικνώνονται και τα ηλιοβασιλέματα πεθαίνουν όλο και νωρίτερα. Φοβάμαι το σκοτάδι. Κι όταν δε θα βλέπω πως θα μπορώ να ανασαίνω?
Πρέπει να έρθεις. Έχει έρθει η στιγμή. Η ελπίδα μου με ξεκουφαίνει κάθε άδικο πρωί, κάθε μεσημέρι της κάψας, κάθε κουρασμένο απόγευμα. Όλα γύρω μου είναι σαν να υφαίνουν τον αφανισμό μου. Πρέπει να έρθεις. Πρέπει να έχω νόημα που μένω ακόμα εδώ, που παραμένω, ενώ τίποτα δεν είναι αρκετό να γεμίσει τα μάτια μου. Πρέπει να σε δω. Η ψυχή μου μοιρολογεί τα ανύπαρκτα χάδια σου. Το κορμί μου ζαρώνει και κλείνεται στην γωνία του καναπέ. Πρέπει να με αγγίξεις.
Που είσαι?
Κι εδώ στην άκρη του δρόμου που στέκομαι, και όταν βγαίνω κλεφτά στο μπαλκόνι και κοιτώ τους περαστικούς, και όταν μέσα στο αυτοκίνητο χαζεύω τους πεζούς να λικνίζονται μπροστά στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, βλέπω εικόνες αδιάφορες, τίποτα δεν μπορεί να ταράξει την ακινησία της έκπληξης μου, αυτής της ευχάριστης που τόσο αδημονώ να με κατακλύσει.
Λείπεις εσύ.
Που είσαι?
Η ματιά μου έχει γεμίσει από την σκόνη των αδιάφορων ανθρώπων, ίσως φταίει που είμαι εδώ και δεν κινώ να σε αναζητήσω. Το πιο πιθανό να είσαι σε κάποιο μονοπάτι πλάι στα πλατάνια και να χαζολογάς με τα ζουζούνια περπατώντας προς το βουνό. Ή να είσαι πλάι στη θάλασσα, ακόμα και τώρα που είναι Οκτώβρης, και τσαλαβουτάς τα πόδια σαν να είναι Ιούλιος, σαν να ζεματιέσαι από τον καύσωνα.
Που είσαι?
Όσο και πληγώνονται τα μάτια μου από το άχαρο παρόν, από το σκηνικό της αδιαφορίας και από την ερημιά των αγνώστων στο πλάι μου, να θυμάσαι ότι σε αναζητώ. Ότι κρατώ την ελπίδα να σε ανταμώσω, κάπου ξαφνικά, μάλλον θα είσαι στο απέναντι πεζοδρόμιο ή θα κατηφορίζεις την Αλεξάνδρας οδηγώντας, ή θα πέσεις κατά λάθος επάνω μου όταν διασχίζεις το φανάρι στην πλατεία Κάνιγγος, ή πάλι θα έρθεις κάτω από το μπαλκόνι μου και θα παίξεις με τα γατάκια.
‘Η τίποτα από όλα αυτά.
Με πληγώνει η δροσιά του Οκτώβρη και ο χειμώνας που έρχεται. Για αυτό σε έχω ανάγκη τώρα περισσότερο από ποτέ. Και εύχομαι όταν έρθεις να σε έχω ανάγκη ακόμα περισσότερο και κάθε στιγμή κοντά σου η ανάγκη μου να θεριεύει ακόμα πιο πολύ.
Είναι που λιγοστεύει ο ήλιος μέρα με την μέρα, και οι αισθήσεις μου αισθάνομαι να πέφτουν σε θανατική ακινησία. Και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ ότι δεν θα βλέπω καθώς οι μέρες συρρικνώνονται και τα ηλιοβασιλέματα πεθαίνουν όλο και νωρίτερα. Φοβάμαι το σκοτάδι. Κι όταν δε θα βλέπω πως θα μπορώ να ανασαίνω?
Πρέπει να έρθεις. Έχει έρθει η στιγμή. Η ελπίδα μου με ξεκουφαίνει κάθε άδικο πρωί, κάθε μεσημέρι της κάψας, κάθε κουρασμένο απόγευμα. Όλα γύρω μου είναι σαν να υφαίνουν τον αφανισμό μου. Πρέπει να έρθεις. Πρέπει να έχω νόημα που μένω ακόμα εδώ, που παραμένω, ενώ τίποτα δεν είναι αρκετό να γεμίσει τα μάτια μου. Πρέπει να σε δω. Η ψυχή μου μοιρολογεί τα ανύπαρκτα χάδια σου. Το κορμί μου ζαρώνει και κλείνεται στην γωνία του καναπέ. Πρέπει να με αγγίξεις.
Που είσαι?
15.9.10
Έβγαλα Μαχαίρι
Αναδημοσίευση από το Ποιείν
Ο εξαιρετικός Στ. Ψ.
Σήμερα έβγαλα μαχαίρι
μαχαίρι βουτύρου.
Πολεμά κανείς μ’ ότι έχει,
αρκεί να πολεμά.
Μια μπάλα, μια λάμπα, μια τρεχάλα.
Όλα σπάνε και φθείρονται και φωσφορίζουν.
Τα κορίτσια ανθίστανται καθώς ανθίζουν,
και περιμένουν από σένα μεταφορικές χρήσεις της κυριολεξίας.
Το παρελθόν, μια διαρκής κρίση.
Το μέλλον, μια κρίσιμη διάρκεια.
Κι εγώ έχω μάλλον ένα χάρισμα
να φυτρώνω εκεί που δε με σπέρνουν,
σαν τις τρίχες στο πάνω χείλος μου.
Κυβερνώ το στρατό μου από δράκους,
δράκους που τους διατάζω,
απλά να κάτσουν στη θέση τους, να αδρανήσουν δίπλα μου,
να αραχνιάσουν, να χαλάσουν και να χαλαστούν δίπλα μου,
να αυτοακρωτηριαστούν στο τέλος
και για ένα διάστημα πιο μυθικό κι απ’ το μύθο,
να με προστατεύουν καθώς γρονθοκοπώ το πληκτρολόγιο,
κι ο προγναθισμός αναδεικνύει
τους κυνόδοντές μου.
Ο εξαιρετικός Στ. Ψ.
30.7.10
Ανακάλυψη
Μόλις ανακάλυψα ότι δεν μπορώ να κάτσω στην τουαλέτα του γραφείου και να βάλω τα κλάματα με την ησυχία μου, γιατί το μαλακισμένο κάλυμα της λεκάνης είναι φτηνιάρικο πλαστικό και θα το σπάσω αν κάτσω επάνω του για πάνω από 1 δεύτερο.
Το όλο θέμα μου φάνηκε πολύ αστείο και τελικά δεν θέλω να βάλω τα κλάματα. Θα πάω κάτω για τσιγάρο.
Labels:
Εργασιακά
6.5.10
Η ζωή μας είναι σουγιάδες
Η ζωή μας είναι σουγιάδες
σε βρώμικα αδιέξοδα
σάπια δόντια ξεθωριασμένα συνθήματα
μπάσσο βεστιάριο
μυρουδιές από κάτουρα αντισηπτικά
και χαλασμένα σπέρματα. Ξεσκισμένες αφίσες.
Πάνω-κάτω. Πάνω-κάτω, η Πατισίων.
Η ζωή μας είναι η Πατισίων.
(Το ROL που δεν ρυπαίνει τη θάλασσα
κι ο Μητροπάνος μπήκε στη ζωή μας
μας τον έφαγε η Δεξαμενή κι αυτόν
σαν τις ψηλοκώλες.)
Εμείς εκεί.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα-μοναξιά-απελπισία.Κι ανάποδα.
Εντάξει. Δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας. Και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι
άσκοπα λαχανητά
σε κανονισμένες απεργίες
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι'αυτό σου λέω.
Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε
να μην την κοπανήσουμε. Να ζυγιαστούμε.
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε.
(Μη. Βρέχει. Δως μου τσιγάρο.)
σε βρώμικα αδιέξοδα
σάπια δόντια ξεθωριασμένα συνθήματα
μπάσσο βεστιάριο
μυρουδιές από κάτουρα αντισηπτικά
και χαλασμένα σπέρματα. Ξεσκισμένες αφίσες.
Πάνω-κάτω. Πάνω-κάτω, η Πατισίων.
Η ζωή μας είναι η Πατισίων.
(Το ROL που δεν ρυπαίνει τη θάλασσα
κι ο Μητροπάνος μπήκε στη ζωή μας
μας τον έφαγε η Δεξαμενή κι αυτόν
σαν τις ψηλοκώλες.)
Εμείς εκεί.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα-μοναξιά-απελπισία.Κι ανάποδα.
Εντάξει. Δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας. Και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι
άσκοπα λαχανητά
σε κανονισμένες απεργίες
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι'αυτό σου λέω.
Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε
να μην την κοπανήσουμε. Να ζυγιαστούμε.
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε.
(Μη. Βρέχει. Δως μου τσιγάρο.)
Κατερίνα Γώγου
29.4.10
Έχει πανσέληνο απόψε
Δεν υπάρχει λόγος να παραπονιέμαι, να αρχίζω πάλι τις ίδιες γκρίνιες. Το ξέρω ότι δεν μου έχεις δείξει κανένα σημάδι αδυναμίας - για την ακρίβεια η δύναμή σου με παραλύει.
Δεν θέλω να σου έχω καμία υποχρέωση, μα την αλήθεια. Και όχι, δε σου ζητάω τίποτα και να το ξέρεις, δε θέλω ούτε εσύ να αισθάνεσαι υποχρεωμένος.
Τίποτα δε μένει το ίδιο, κανείς άλλωστε δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Εσύ μπορείς να ισχυριστείς ότι πολύ θα ήθελες να μην σκέφτεσαι τέτοια πράγματα, αν μπορούσες, αν μπορούσες να αντικρούσεις τον εαυτό σου, έρμαιο των σκέψεων αυτών. Όχι. Αλήθεια, δεν χρειάζεται να το πολυσκέφτεσαι.
Τι θες? Τα χέρια μου? Να τα βλέπεις? Να σου χαϊδέψω το πρόσωπο... Μάλιστα. Όμορφα. Και τι άλλο θέλεις? Να σου πω ότι σε αγαπώ? Εσένα και μόνο εσένα? Στο λέω κάθε βράδυ που έρχεσαι απρόσκλητος (?) στα όνειρά μου. Και τώρα τελευταία με φιλάς κιόλας, σαν να το εννοείς, και είναι η αίσθηση τόσο όμορφη, τόσο τέλεια ερωτική που να το ξέρεις, θα έρθω μια μέρα και θα σε φιλήσω, έτσι στα καλά καθούμενα, πρέπει να ξέρω αν η αίσθηση στο όνειρο είναι αληθινή, γιατί αν είναι, θα καταλάβω γιατί σε αναζητώ παντού και μιλάω για σένα στο φεγγάρι.
Θέλω πολύ να σε αγγίξω, νομίζω ότι η ενέργεια θα μας παραλύσει αν ενωθούν τα χέρια μας. Θέλω να αγγίξω το πρόσωπό σου, να το λατρέψω με τα χέρια μου. Τα χέρια μου. Έχουν από χρόνια συνηθίσει να γίνονται μικρές γροθιές και σαν ακούν Rage against the machine να υψώνονται αγωνιστικά στον αέρα, έτσι για να δείξουν ότι (και καλά) δεν είναι έρμαιο κι αυτά μιας απόλυτα γκρίζας πραγματικότητας. Και καλά.
Θέλω να ανοίξω μια τεράστια τρύπα σε σένα, που θα έχει το μέγεθος της γροθιάς μου. Πως λένε τη γροθιά στα γαλλικά? Le coup de poing. Μάλιστα, οι Γάλλοι είναι ηλίθιοι. Μια τρύπα στο κορμί σου με το μέγεθος της γροθιάς μου, θα μάθω τα μέσα σου, θα φαίνονται όλα, ακόμα και τα «τίποτα» σου.
Ναι, το είπαμε, τίποτα δε μένει το ίδιο, και πάντα συμβαίνουν πράγματα διαφορετικά, μπορεί να μοιάζουν αλλά είναι διαφορετικά, και είναι αυτό. Και ήταν αυτό από πάντα. Δεν ήταν εδώ στο δωμάτιο αυτό, ήταν σε άλλο σπίτι, δεν ήταν Απρίλιος, ήταν Οκτώβριος και πιο πριν Μάιος, δεν υπήρχε καν διαφωνία και το σκηνικό κάθε φορά και αλλιώτικο. Δεν βάζω μέσα την μέρα που σε είδα στο αντίθετο ρεύμα, σταματημένο στο κόκκινο και έκλεψα την εικόνα σου για λίγα δευτερόλεπτα, αρκούσε αυτό να χοροπηδάω από την χαρά μου όλη μέρα. Μπορεί όμως και να φυσήξει ένας άνεμος και να τα πάρει όλα μακριά, και τα καλά και τα άσχημα, όλα τα υπαρκτά θα γίνουν ανύπαρκτα. Το είπαμε, τίποτα δε μένει το ίδιο.
Ακούω μακρινές κραυγές μέσα στην νύχτα, την ώρα που τα όνειρά σου με ξυπνούν με αυτή την βία της έκπληξης που ακολουθείται μαθηματικά από την ανυπόφορη αίσθηση της απώλειας. Είμαι σίγουρη ότι κάποιος έφαγε μια σφαίρα στην κοιλιά. Ακόμα και στη καρδιά. Δεν θα είναι δα και τίποτα πρωτότυπο.
Αν ξέρω που πάμε? Δεν έχω ιδέα και μα την αλήθεια, δεν θέλω να ξέρω. Κάτι μου λέει ότι δεν μας περιμένει το happy end στη γωνία. Όλα βγάζουν νόημα, αρκεί να ανοίξεις τα μάτια σου, σωστά? Εγώ πάντως, όταν ρωτάω το φεγγάρι, του αναφέρω ρητά ότι, μόνο αν είναι να γίνει έτσι, τότε μόνο να γίνει και σε καμία άλλη περίπτωση. Μόνο αν είναι να έρθεις να μου χτυπήσεις την πόρτα και αν έρθεις μέσα να καθίσεις στον καναπέ μου, μόνο τότε θα σου γεμίσω το ποτήρι κρασί, και το δικό μου, θα ανάψω τσιγάρο και θα σε κοιτάω μόνο, δεν θα σε προσβάλω με καμία μου λέξη.
Και αν γύρεις και αποκοιμηθείς να ξέρεις θα μου λείψεις. Όπως μου λείπεις τώρα. Όπως τώρα θα ήθελα να σε χαζεύω αμίλητη στον καναπέ μου. Να γύρω κοντά σου δειλά, να καταργήσω τα έτη φωτός που μας χωρίζουν για να σμίξουν οι χρυσές – μωβ σφαίρες μας, να πάρει μυρωδιά η ενέργεια μου από την δική σου. Να γύρω κοντά σου δειλά, όχι από ντροπή, μα από ταπεινότητα. Στην υπέρλαμπρη εικόνα που μου προκαλείς, που με υποβάλεις σε μια ερωτική λάμψη τόσο απίστευτη, σχεδόν ονειρική. Να γιατί στο όνειρο φαίνονται όλα τόσο πραγματικά.
Ας κάνουμε μια συμφωνία: θα παραδεχτώ ότι είσαι πανέμορφος και εσύ θα μου πεις ότι δεν έχω γεράσει και τόσο πολύ πια. Ναι, ξέρω. Δεν υπάρχει λόγος να παραπονιέμαι. Είμαι ακόμα εγώ, και δεν είμαι κανένας άλλος. Πάντα θα είμαι εγώ, έτσι? Δεν ξέρω αν πάντα θα είσαι εσύ.
Πάρε τα χέρια μου. Θέλω να αγγίξω το πρόσωπό σου. Θέλω να σε αγγίξω. Θέλω να σε φιλήσω. Πρέπει να βρω την αλήθεια μας.
Αν όλα αυτά βγάζουν οποιουδήποτε είδους νόημα, αυτό το νόημα είναι υπεύθυνο για την φυλάκισή μου σε μια βάρβαρη και γκρίζα ζωή. Απλά τα πράγματα. Αν δεν κατάλαβες δεν πειράζει. Κάποια άλλη μέρα, μέρα που θα έρθει, θα καταφέρω να σου εξηγήσω το μέγεθος της κατά φαντασίαν αγάπης μου σε σένα. Κάποια άλλη μέρα.
Για όλα αυτά φταίνε αυτοί εδώ οι τύποι:
Δεν θέλω να σου έχω καμία υποχρέωση, μα την αλήθεια. Και όχι, δε σου ζητάω τίποτα και να το ξέρεις, δε θέλω ούτε εσύ να αισθάνεσαι υποχρεωμένος.
Τίποτα δε μένει το ίδιο, κανείς άλλωστε δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Εσύ μπορείς να ισχυριστείς ότι πολύ θα ήθελες να μην σκέφτεσαι τέτοια πράγματα, αν μπορούσες, αν μπορούσες να αντικρούσεις τον εαυτό σου, έρμαιο των σκέψεων αυτών. Όχι. Αλήθεια, δεν χρειάζεται να το πολυσκέφτεσαι.
Τι θες? Τα χέρια μου? Να τα βλέπεις? Να σου χαϊδέψω το πρόσωπο... Μάλιστα. Όμορφα. Και τι άλλο θέλεις? Να σου πω ότι σε αγαπώ? Εσένα και μόνο εσένα? Στο λέω κάθε βράδυ που έρχεσαι απρόσκλητος (?) στα όνειρά μου. Και τώρα τελευταία με φιλάς κιόλας, σαν να το εννοείς, και είναι η αίσθηση τόσο όμορφη, τόσο τέλεια ερωτική που να το ξέρεις, θα έρθω μια μέρα και θα σε φιλήσω, έτσι στα καλά καθούμενα, πρέπει να ξέρω αν η αίσθηση στο όνειρο είναι αληθινή, γιατί αν είναι, θα καταλάβω γιατί σε αναζητώ παντού και μιλάω για σένα στο φεγγάρι.
Θέλω πολύ να σε αγγίξω, νομίζω ότι η ενέργεια θα μας παραλύσει αν ενωθούν τα χέρια μας. Θέλω να αγγίξω το πρόσωπό σου, να το λατρέψω με τα χέρια μου. Τα χέρια μου. Έχουν από χρόνια συνηθίσει να γίνονται μικρές γροθιές και σαν ακούν Rage against the machine να υψώνονται αγωνιστικά στον αέρα, έτσι για να δείξουν ότι (και καλά) δεν είναι έρμαιο κι αυτά μιας απόλυτα γκρίζας πραγματικότητας. Και καλά.
Θέλω να ανοίξω μια τεράστια τρύπα σε σένα, που θα έχει το μέγεθος της γροθιάς μου. Πως λένε τη γροθιά στα γαλλικά? Le coup de poing. Μάλιστα, οι Γάλλοι είναι ηλίθιοι. Μια τρύπα στο κορμί σου με το μέγεθος της γροθιάς μου, θα μάθω τα μέσα σου, θα φαίνονται όλα, ακόμα και τα «τίποτα» σου.
Ναι, το είπαμε, τίποτα δε μένει το ίδιο, και πάντα συμβαίνουν πράγματα διαφορετικά, μπορεί να μοιάζουν αλλά είναι διαφορετικά, και είναι αυτό. Και ήταν αυτό από πάντα. Δεν ήταν εδώ στο δωμάτιο αυτό, ήταν σε άλλο σπίτι, δεν ήταν Απρίλιος, ήταν Οκτώβριος και πιο πριν Μάιος, δεν υπήρχε καν διαφωνία και το σκηνικό κάθε φορά και αλλιώτικο. Δεν βάζω μέσα την μέρα που σε είδα στο αντίθετο ρεύμα, σταματημένο στο κόκκινο και έκλεψα την εικόνα σου για λίγα δευτερόλεπτα, αρκούσε αυτό να χοροπηδάω από την χαρά μου όλη μέρα. Μπορεί όμως και να φυσήξει ένας άνεμος και να τα πάρει όλα μακριά, και τα καλά και τα άσχημα, όλα τα υπαρκτά θα γίνουν ανύπαρκτα. Το είπαμε, τίποτα δε μένει το ίδιο.
Ακούω μακρινές κραυγές μέσα στην νύχτα, την ώρα που τα όνειρά σου με ξυπνούν με αυτή την βία της έκπληξης που ακολουθείται μαθηματικά από την ανυπόφορη αίσθηση της απώλειας. Είμαι σίγουρη ότι κάποιος έφαγε μια σφαίρα στην κοιλιά. Ακόμα και στη καρδιά. Δεν θα είναι δα και τίποτα πρωτότυπο.
Αν ξέρω που πάμε? Δεν έχω ιδέα και μα την αλήθεια, δεν θέλω να ξέρω. Κάτι μου λέει ότι δεν μας περιμένει το happy end στη γωνία. Όλα βγάζουν νόημα, αρκεί να ανοίξεις τα μάτια σου, σωστά? Εγώ πάντως, όταν ρωτάω το φεγγάρι, του αναφέρω ρητά ότι, μόνο αν είναι να γίνει έτσι, τότε μόνο να γίνει και σε καμία άλλη περίπτωση. Μόνο αν είναι να έρθεις να μου χτυπήσεις την πόρτα και αν έρθεις μέσα να καθίσεις στον καναπέ μου, μόνο τότε θα σου γεμίσω το ποτήρι κρασί, και το δικό μου, θα ανάψω τσιγάρο και θα σε κοιτάω μόνο, δεν θα σε προσβάλω με καμία μου λέξη.
Και αν γύρεις και αποκοιμηθείς να ξέρεις θα μου λείψεις. Όπως μου λείπεις τώρα. Όπως τώρα θα ήθελα να σε χαζεύω αμίλητη στον καναπέ μου. Να γύρω κοντά σου δειλά, να καταργήσω τα έτη φωτός που μας χωρίζουν για να σμίξουν οι χρυσές – μωβ σφαίρες μας, να πάρει μυρωδιά η ενέργεια μου από την δική σου. Να γύρω κοντά σου δειλά, όχι από ντροπή, μα από ταπεινότητα. Στην υπέρλαμπρη εικόνα που μου προκαλείς, που με υποβάλεις σε μια ερωτική λάμψη τόσο απίστευτη, σχεδόν ονειρική. Να γιατί στο όνειρο φαίνονται όλα τόσο πραγματικά.
Ας κάνουμε μια συμφωνία: θα παραδεχτώ ότι είσαι πανέμορφος και εσύ θα μου πεις ότι δεν έχω γεράσει και τόσο πολύ πια. Ναι, ξέρω. Δεν υπάρχει λόγος να παραπονιέμαι. Είμαι ακόμα εγώ, και δεν είμαι κανένας άλλος. Πάντα θα είμαι εγώ, έτσι? Δεν ξέρω αν πάντα θα είσαι εσύ.
Πάρε τα χέρια μου. Θέλω να αγγίξω το πρόσωπό σου. Θέλω να σε αγγίξω. Θέλω να σε φιλήσω. Πρέπει να βρω την αλήθεια μας.
Αν όλα αυτά βγάζουν οποιουδήποτε είδους νόημα, αυτό το νόημα είναι υπεύθυνο για την φυλάκισή μου σε μια βάρβαρη και γκρίζα ζωή. Απλά τα πράγματα. Αν δεν κατάλαβες δεν πειράζει. Κάποια άλλη μέρα, μέρα που θα έρθει, θα καταφέρω να σου εξηγήσω το μέγεθος της κατά φαντασίαν αγάπης μου σε σένα. Κάποια άλλη μέρα.
Για όλα αυτά φταίνε αυτοί εδώ οι τύποι:
28.1.10
C' est parfait
Ξεκινώ μετά από τόσο καιρό να γράψω κάποια από τις γνωστές μου αοριστείες, ενώ πονάει το δόντι(?) ο λαιμός (?) κάτι στο άνω μέρος του κορμιού μου, τέλος πάντων, και διάφοροι θόρυβοι ξεχύνονται από όλες τις γωνίες του διαμερίσματος, πλυντήρια που πλένουν ρούχα αργά τη νύχτα, το ανσανσέρ που μεταφέρει ανθρώπους πάνω κάτω στους ορόφους, το βόμβισμα του υπολογιστή, το κλακ κλακ του πληκτρολογίου. Φτάνει αυτή η πρόταση, τώρα θα ανάψω ένα τσιγάρο.
[...]
Τώρα που το σκέφτομαι, το κλακ κλακ του πληκτρολογίου δε θα έπρεπε να με προβληματίζει, όχι τουλάχιστον τόσο όσο να το γράψω. Γιατί χωρίς κλακ κλακ δεν γίνεται δουλειά, πως να γράψει κανείς, που λέει ο λόγος. Ναι, ξέρω, υπάρχουν και κάτι μαραφέτια που τους μιλάς και παράγουν το κείμενο, αλλά δεν θέλω δα και τόση τεχνολογία στη ζωή μου, μου φτάνουν τα τόσα κοινωνικά δίκτυα (αυτό το web2.0 φταίει για όλα, είμαι σίγουρη).
Ήρθε η ώρα για το κλισέ της βραδιάς: Με τέτοιο κρύο εκεί έξω καταλαβαίνω γιατί οι αρκούδες πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Όπως δηλαδή κάθε χειμώνα, μάλλον όπως κάθε που κάνει κρύο, ακόμα και αν είναι άνοιξη. Γιατί υπάρχουν και κάτι μήνες ανοιξιάτικοι που μόνο χιόνι έχουν να προσφέρουν και είναι γνωστό της πάσσης ότι το χιόνι το απεχθάνομαι. Και θέλω επιτέλους να μπορώ να κυκλοφορώ ξυπόλητη, δηλαδή μια θερμοκρασία τουλάχιστον 25 βαθμών. Δεν χωρεί αμφιβολία περί τούτου, κύριε.
Η αλήθεια είναι ότι γράφω με τύψεις. Γιατί βλέπω την αοριστεία να γίνεται επικίνδυνα ρηχή και εγώ να συνεχίζω τα κλακ κλακ, γεμίζοντας με λέξεις την οθόνη με τον κίνδυνο να το διαβάσει κάποιος άτυχος άνθρωπος. Ζητώ προκαταβολικά και υπερβολικά συγνώμη. Γιατί ξέρω τι σκουπίδι κυκλοφορεί εκεί έξω και, να, τώρα εγώ τα ίδια κάνω. Έχει αρχίσει να μου αρέσει το κλακ κλακ, όμως. Πλάκα έχει. Τελικά θα αδιαφορήσω για την τύψη. Προτιμώ να ανάψω ακόμα ένα τσιγάρο. Ίσως μάλλον απλώσω και τα ρούχα από το πλυντήριο, αλλά σίγουρα δε θα προλάβω να κάνω τις ασκήσεις στα γαλλικά.
[...]
Bonne nuit!
[...]
Τώρα που το σκέφτομαι, το κλακ κλακ του πληκτρολογίου δε θα έπρεπε να με προβληματίζει, όχι τουλάχιστον τόσο όσο να το γράψω. Γιατί χωρίς κλακ κλακ δεν γίνεται δουλειά, πως να γράψει κανείς, που λέει ο λόγος. Ναι, ξέρω, υπάρχουν και κάτι μαραφέτια που τους μιλάς και παράγουν το κείμενο, αλλά δεν θέλω δα και τόση τεχνολογία στη ζωή μου, μου φτάνουν τα τόσα κοινωνικά δίκτυα (αυτό το web2.0 φταίει για όλα, είμαι σίγουρη).
Ήρθε η ώρα για το κλισέ της βραδιάς: Με τέτοιο κρύο εκεί έξω καταλαβαίνω γιατί οι αρκούδες πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Όπως δηλαδή κάθε χειμώνα, μάλλον όπως κάθε που κάνει κρύο, ακόμα και αν είναι άνοιξη. Γιατί υπάρχουν και κάτι μήνες ανοιξιάτικοι που μόνο χιόνι έχουν να προσφέρουν και είναι γνωστό της πάσσης ότι το χιόνι το απεχθάνομαι. Και θέλω επιτέλους να μπορώ να κυκλοφορώ ξυπόλητη, δηλαδή μια θερμοκρασία τουλάχιστον 25 βαθμών. Δεν χωρεί αμφιβολία περί τούτου, κύριε.
Η αλήθεια είναι ότι γράφω με τύψεις. Γιατί βλέπω την αοριστεία να γίνεται επικίνδυνα ρηχή και εγώ να συνεχίζω τα κλακ κλακ, γεμίζοντας με λέξεις την οθόνη με τον κίνδυνο να το διαβάσει κάποιος άτυχος άνθρωπος. Ζητώ προκαταβολικά και υπερβολικά συγνώμη. Γιατί ξέρω τι σκουπίδι κυκλοφορεί εκεί έξω και, να, τώρα εγώ τα ίδια κάνω. Έχει αρχίσει να μου αρέσει το κλακ κλακ, όμως. Πλάκα έχει. Τελικά θα αδιαφορήσω για την τύψη. Προτιμώ να ανάψω ακόμα ένα τσιγάρο. Ίσως μάλλον απλώσω και τα ρούχα από το πλυντήριο, αλλά σίγουρα δε θα προλάβω να κάνω τις ασκήσεις στα γαλλικά.
[...]
Bonne nuit!
2.12.09
25.11.09
Μισή Ώρα
Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Aλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές —βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός—
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν να ’ναι το σώμα σου κοντά.
Μισή ώρα, Κωνσταντίνος Καβάφης
22.11.09
Κυριακάτικη προσευχή
Η κάθε μέρα να αποτελείται από προσδόκιμες ευκαιρίες, από ανάσες και χαρές – λεπτές φέτες ευτυχίας. Μουσική, χορό και κίνηση. Αλκοόλ, τσιγάρα και καφέδες. Φίλους και βόλτες με αυτοκίνητα στην παραλιακή, σε κάθε παραλιακή. Ελπίδες για το αύριο να κουβαλάει την εκπλήρωση των επιθυμιών, ευχές να είναι καλά αυτοί που αγαπάμε. Μια δόση αδρεναλίνης να ταρακουνήσει το ανεπιθύμητο βάλτωμα της καθημερινότητας. Ένα χαμόγελο και μια έξυπνη ατάκα από κάποιον άγνωστο στον δρόμο. Έμπνευση να πούμε την κατάλληλη κουβέντα στην κατάλληλη στιγμή. Αυτή τη κουβέντα που θα ανακουφίσει και εμάς και αυτόν που θα την ακούσει. Μουσική και τραγούδια να λιώσει τον πόνο μας. Μουσική και ρυθμό να κατακλύζει τη ψυχή μας. Ανθρώπους να νιώθουμε δίπλα τους ότι μπορούμε να ανασάνουμε ελεύθερα – να μην αισθανόμαστε την ανάσα ως απαγορευμένη. Να πέσουν τα τείχη και τα κάστρα μας και να δούμε τον ουρανό όπως είναι πραγματικά, σκέτος γαλάζιος, γκρίζος, φωτεινός, αλλά πάντα τεράστιος όπως ο ορίζοντας. Να νιώσουμε άνθρωποι, να δώσουμε αγάπη, να κλείσουμε το μάτι στην ανυπόμονη φύση μας που πάντα τρέμει για την ώρα που περνά και δεν συμβαίνει το εξαιρετικό που αναπολούμε από πάντα. Η έκπληξη ότι αυτοί που νομίζαμε μικρούς ή μεγάλους, είναι το ίδιο άνθρωποι όπως εμείς, ότι τα ζώα ξέρουν να είναι ειλικρινά χαρούμενα όταν τα πλησιάζουμε με την χαρά μας. Να δώσουμε τα χέρια και να το εννοούμε, να δώσουμε και να πάρουμε αγκαλιές, να δώσουμε και να πάρουμε φιλιά. Και η καρδιά μας να χτυπάει, κανονικά και γρήγορα. Και να ξημερώσει άλλη μια μέρα που είμαστε χαρούμενοι που ζούμε, που βλέπουμε τον ήλιο να ξυπνάει και να φωτίζει κάθε τι εδώ κάτω, δίπλα μας. Να θυμόμαστε τους φίλους μας που έφυγαν και αυτούς που δεν έφυγαν αλλά δε τους μιλάμε πια. Να ζήσουμε.
21.11.09
Λιακάδα
Όταν ανοίγει ο καιρός και αλαφρώνει η ψυχή από της χρυσής λιακάδας τα χάδια, την άνεση των κοντομάνικων και την υπόσχεση της άνοιξης, δεν μπορώ να κλειστώ στη φυλακή μου. Παίρνω το κλειδί και ανοίγω όλες τις πόρτες και τα παράθυρα και αρχίζω πάλι να ελπίζω ότι υπάρχουν μονοπάτια που καταλήγουν εδώ και πάνω τους διαβαίνεις εσύ που στα όνειρά μου έχεις υποσχεθεί να με σώσεις από τον λήθαργο και την μη-ζωή που έχω πλεξει γύρω μου.
10.10.09
εξέλιξη του καλοκαιρινού ανέμου
Αυτό που θέλω να γραφτεί ίσως έχει γραφτεί και έτσι ψάχνω να το βρω στις δίνες των τυπωμένων γραμμάτων πάνω στις πρώην λευκές σελίδες, αυτές τις μυρωδάτες που νοστιμίζουν την νοσταλγία των παραμυθιών και των λυτρωτικών ηρώων - από μηχανής θεών - που έχουν μόνο σκοπό τη συνέχιση του happy end.
Εκατομμύρια γράμματα, χαρτιά, βιβλία, τώρα πια ηλεκτρονικά στίγματα, αποτυπώσεις φανταστικών και πραγματικών συναισθημάτων - πάντα συναισθημάτων - ακόμα και εκεί που φαίνεται ότι δεν υπάρχουν ή δε χωράνε. Δεν υπάρχει άλλωστε καμία τελική διάγνωση. Αυτό θα σήμαινε ότι τελειώνει και δε μπορεί η κατάθεση συναισθημάτων ποτέ να τελειώσει - αν έρθει αυτό το τέλος μάλλον δεν υπάρχουν πια άνθρωποι. Έτσι κι αλλιώς αυτά πάνε μαζί.
Το άγριο θηρίο που φοράει τη μάσκα του ανθρώπου δε θα πάψει να αισθάνεται, να πληγώνεται και να ελπίζει: στον καθαρό ουρανό, τη γαλάζια θάλασσα και τις ανάσες που γεμίζουν τη ψυχή καθαρό αέρα.
Αυτήν την εξέλιξη επιθυμώ. Θέλω άνεμος που θα με χαϊδεύει να είναι ζεστός, να είναι αληθινός και παρήγορος.
Όλοι νομίζω λαχταρούν μια τέτοια εξέλιξη.
Εκατομμύρια γράμματα, χαρτιά, βιβλία, τώρα πια ηλεκτρονικά στίγματα, αποτυπώσεις φανταστικών και πραγματικών συναισθημάτων - πάντα συναισθημάτων - ακόμα και εκεί που φαίνεται ότι δεν υπάρχουν ή δε χωράνε. Δεν υπάρχει άλλωστε καμία τελική διάγνωση. Αυτό θα σήμαινε ότι τελειώνει και δε μπορεί η κατάθεση συναισθημάτων ποτέ να τελειώσει - αν έρθει αυτό το τέλος μάλλον δεν υπάρχουν πια άνθρωποι. Έτσι κι αλλιώς αυτά πάνε μαζί.
Το άγριο θηρίο που φοράει τη μάσκα του ανθρώπου δε θα πάψει να αισθάνεται, να πληγώνεται και να ελπίζει: στον καθαρό ουρανό, τη γαλάζια θάλασσα και τις ανάσες που γεμίζουν τη ψυχή καθαρό αέρα.
Αυτήν την εξέλιξη επιθυμώ. Θέλω άνεμος που θα με χαϊδεύει να είναι ζεστός, να είναι αληθινός και παρήγορος.
Όλοι νομίζω λαχταρούν μια τέτοια εξέλιξη.
11.9.09
Ευχή
Στα 9 χρόνια εργασιακής εμπειρίας που πέρασα στην προηγούμενη δουλειά μου, είχα ένα μεγάλο γραφείο (δωμάτιο) με τρία γραφεία (έπιπλα) από τα οποία το ένα ήταν το δικό μου και τα άλλα δύο ήταν κυρίως έρημα. Την περασμένη άνοιξη προχώρησα παρακάτω, βρέθηκα εδώ που είμαι σήμερα και τώρα εργάζομαι σε ένα γραφείο (δωμάτιο) όσο μεγάλο και το προηγούμενο αλλά δυστυχώς με 15 ακόμα ανθρώπους, στιβαγμένους ανά 4 σε 4 γραφεία (έπιπλα) χωρισμένα. Είμαστε κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο.
Όπως θα φανταζόταν κανείς, οι περισσότεροι είναι ξινοί και δυσκοίλιοι, όπως άλλωστε και εγώ όταν μπαίνω το πρωί και μέχρι να φύγω το απόγευμα. Έχουν περάσει αρκετοί μήνες, μεταξύ των οποίων και οι καλοκαιρινοί όπου έλλειπαν οι περισσότεροι και ήταν καλά για την περίοδο προσαρμογής μου. Ωστόσο ακόμα η συνήθεια δεν έχει εγκατασταθεί καλά στη λογική μου. Γιατί ναι, όλα είναι θέμα συνήθειας, και ναι, όλα συνηθίζονται, και τα άσχημα και τα όμορφα.
Ο λόγος που τα γράφω όλα αυτά είναι για να κάνω την εισαγωγή σε μια ευχή που σκέφτηκα χτες, όταν ξεχαρμάνιαζα και ξενταλκάδιαζα με τσίπουρα, όμορφες πενιές, τραγούδι και όμορφους ανθρώπους: Εύχομαι όλοι να είναι εξίσου όμορφοι όταν φεύγουν από δω. Ή να ομορφαίνουν και να σκέφτονται το παράπονο όπως ακριβώς και εγώ. Θα με ανακούφιζε πολύ αν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Και ας μην φαίνεται τα δύσκολα πρωινά και τα πιεστικά μεσημέρια, αλλά να, να είναι μια πραγματικότητα πέρα από την πρώτη ματιά.
Με όλη τη καλή ενέργεια που ρούφηξα χτες, ντύνω την ευχή αυτή. Δεν θέλω να πλέω σε ένα κόσμο όπου όλοι μας αργοπεθαίνουμε μέσα στο γκρίζο. Θέλω να σκέφτομαι την φωτεινή πλευρά του σύμπαντος.
Όπως είπε χτες και ένας φίλος: Είμαστε όλοι φως. Αυτό κρατάω.
Όπως θα φανταζόταν κανείς, οι περισσότεροι είναι ξινοί και δυσκοίλιοι, όπως άλλωστε και εγώ όταν μπαίνω το πρωί και μέχρι να φύγω το απόγευμα. Έχουν περάσει αρκετοί μήνες, μεταξύ των οποίων και οι καλοκαιρινοί όπου έλλειπαν οι περισσότεροι και ήταν καλά για την περίοδο προσαρμογής μου. Ωστόσο ακόμα η συνήθεια δεν έχει εγκατασταθεί καλά στη λογική μου. Γιατί ναι, όλα είναι θέμα συνήθειας, και ναι, όλα συνηθίζονται, και τα άσχημα και τα όμορφα.
Ο λόγος που τα γράφω όλα αυτά είναι για να κάνω την εισαγωγή σε μια ευχή που σκέφτηκα χτες, όταν ξεχαρμάνιαζα και ξενταλκάδιαζα με τσίπουρα, όμορφες πενιές, τραγούδι και όμορφους ανθρώπους: Εύχομαι όλοι να είναι εξίσου όμορφοι όταν φεύγουν από δω. Ή να ομορφαίνουν και να σκέφτονται το παράπονο όπως ακριβώς και εγώ. Θα με ανακούφιζε πολύ αν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Και ας μην φαίνεται τα δύσκολα πρωινά και τα πιεστικά μεσημέρια, αλλά να, να είναι μια πραγματικότητα πέρα από την πρώτη ματιά.
Με όλη τη καλή ενέργεια που ρούφηξα χτες, ντύνω την ευχή αυτή. Δεν θέλω να πλέω σε ένα κόσμο όπου όλοι μας αργοπεθαίνουμε μέσα στο γκρίζο. Θέλω να σκέφτομαι την φωτεινή πλευρά του σύμπαντος.
Όπως είπε χτες και ένας φίλος: Είμαστε όλοι φως. Αυτό κρατάω.
9.9.09
Θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ...
Το έλαβα με e-mail. Δεν αναφέρει πουθενά τον/την συγγραφέα. Πάντως όποιος το έγραψε ΈΓΡΑΨΕ'!
Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου..
Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία της πρότεινε να παίξουν κρυφτό.
Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: 'Τι είναι το κρυφτό;'
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα- να παίξουν κι αυτοί. Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν:
Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.
Ένα, δύο, τρία, άρχισε να μετράει η Τρέλα.
Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά.
Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε.
Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο oποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη.
Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν.
Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού.
Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί.
Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
....1000, μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά.
Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία.
Ένιωσε τον ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο.
Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί.
Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα.
Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα.
Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου. Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα του είχαν πληγώσει τα μάτια.
Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.
Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει...
Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου..
Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία της πρότεινε να παίξουν κρυφτό.
Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: 'Τι είναι το κρυφτό;'
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα- να παίξουν κι αυτοί. Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν:
Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.
Ένα, δύο, τρία, άρχισε να μετράει η Τρέλα.
Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά.
Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε.
Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο oποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη.
Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν.
Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού.
Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί.
Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
....1000, μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά.
Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία.
Ένιωσε τον ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο.
Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί.
Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα.
Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα.
Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου. Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα του είχαν πληγώσει τα μάτια.
Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.
Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει...
3.9.09
Είπε ο γιατρός...
'η μικρή μας ασθενής έχει ένα μικρό πρόβλημα ισορροπίας εκ γενετής'.
Εννοούσε 'Είναι ανισόρροπη'
Εγώ σκεφτόμουνα τα άτομα που θα γελούσαν πολύ αν εκείνη την στιγμή ήταν παρόντα σε αυτή τη δήλωση. Σχεδόν τον διέκοψα, λέγοντας, με γρήγορα αγχωμένα λόγια, ότι θα έπρεπε να είναι τώρα εδώ ο καλός μου, να επιβεβαιωθεί για τα δεινά που τραβάει όλον αυτόν το καιρό. Σίγουρα θα γελούσε. Ο καλός μου. Εγώ γέλασα. Και ο γιατρός. Με είχε βάλει με τα μάτια κλειστά και τα χέρια στην έκταση να κάνω επιτόπου σημειωτόν. Το αποτέλεσμα ήταν αρκούντως απογοητευτικό, σίγουρα μεθυσμένη θα περπατούσα καλύτερα. Και σκεφτόμουνα πότε ήταν η τελευταία φορά που μέθυσα - ήταν στην κοιλιά του δράκου, πάνω από το Καλό Αμπέλι, με εκείνο το Σεριφιώτικο κρασί που δεν καταλαβαίνεις πότε σε κουδουνιάζει. Ω, ήταν καλό μεθύσι εκείνο, θυμάμαι έλουσα έναν τύπο με ένα πιάτο σαρδέλες επειδή ήταν Ολυμπιακός και επειδή μου μιλούσε κοροιδευτικά, μάλλον γιατί είχα πιει πολύ και φαινόταν, αλλά όπως και να έχει, ηλίθια δεν είμαι ούτε μεθυσμένη, ούτε ξεμέθυστη. Τρελή είμαι πάντα. Και ανισόρροπη, όπως είπε και ο γιατρός.
Είπε ο γιατρός: 'Η μικρή μας είναι ειδική περίπτωση'
Εννοούσε 'Γιατί δε πάνε σε ψυχίατρο, και έρχονται σε ΩΡΙΛΑ?'
Εγώ σκεφτόμουνα ότι και αυτή η ατάκα θα ευχαριστούσε πολύ κόσμο, αλλά αυτή τη φορά κρατήθηκα και δεν είπα τίποτα. Κοιτάζω τον γιατρό, έχει μια θαυμάσια φάτσα, στρογγυλή, με τα γαλάζια πανέξυπνα μάτια του, την ηλικία του που του επιτρέπει να με βλέπει μικρή, τις έξυπνα τοποθετημένες του απόψεις, νιώθω μια ασφάλεια, αν και τα χάπια για τον ίλιγγο δεν ξέρω αν θα βοηθήσουν στο να ξεγίνω ειδική περίπτωση.
Είπε ο γιατρός 'Εχεις κάποιο ακουστικό τραύμα στο αριστερό αυτί. Έχεις υποβληθεί σε κάποιο πολύ μεγάλο ήχο?'
Απάντησα οτι πάω σε συναυλίες και ότι κάθομαι κοντά στα ηχεία, ειδικά να είναι Διάφανα Κρίνα. Ο καημένος ο γιατρός παρανόησε. Με ρώτησε επανειλημμένα 'τι?' και του είπα είναι ποιητές, και του είπα ότι πια δεν παίζουν και πόνεσα, αλλά ο γιατρός χαρούμενος που έμαθε κάτι νέο, το σημείωσε δίπλα στα αποτελέσματα των τεστ που μου έκανε. Μου είπε να του το θυμίζω όταν μιλάμε, ότι του είπα για τα Διάφανα Κρίνα. Σκέφτηκα κι εσύ γιατρέ μου είσαι περιπτωσάρα. Γαμώ. 'Σχετικά με το τραύμα, μήπως έχεις χτυπήσει ποτέ στο κεφάλι' Όχι από όσο θυμάμαι. Αλλά όλο και κάποια πτώση από την κούνια θα την έχω κάνει, ειδικά αν προσπαθούσα να περπατήσω σημειωτόν με τα μάτια κλειστά και τα χέρια στην έκταση. Επέμενα για τις συναυλίες και τις δυνατές μουσικές, αλλά ο γιατρός ήταν ανένδοτος. 'Μήπως πας για κυνήγι και κρατούσες το όπλο στον αριστερό σου ώμο, κλπ?' Μπουχαχα. Πολύ αστείο. 'Όχι'. Μήπως έχει σκάσει κανένας όλμος στα αριστερά σου? Το είπε πολύ σοβαρά. Δεν υπήρχε περιθώριο να γελάσω. Απάντησα απλά αρνητικά και τότε συνοφρυώθηκε προβληματισμένος. Η κουβέντα αυτή δεν οδηγούσε πουθενά. Το γυρίσαμε στον ίλιγγο. Χαπάκια. Για το αεροπλάνο. Για να μην παθαίνω τα φριχτά που παθαίνω, να μην περνάω αυτό το βασανιστήριο κάθε φορά.
Και για τέλος, ένα κερασάκι σε μια τούρτα.
Είπε ο γιατρός 'Έχεις πλούσιο εσωτερικό κόσμο'
Σκέφτηκα 'σε σκατά? ουου, γεμάτη'. Και μετά ρώτησε αν γράφω. Και θυμήθηκα ότι είχα καιρό.
Εννοούσε 'Είναι ανισόρροπη'
Εγώ σκεφτόμουνα τα άτομα που θα γελούσαν πολύ αν εκείνη την στιγμή ήταν παρόντα σε αυτή τη δήλωση. Σχεδόν τον διέκοψα, λέγοντας, με γρήγορα αγχωμένα λόγια, ότι θα έπρεπε να είναι τώρα εδώ ο καλός μου, να επιβεβαιωθεί για τα δεινά που τραβάει όλον αυτόν το καιρό. Σίγουρα θα γελούσε. Ο καλός μου. Εγώ γέλασα. Και ο γιατρός. Με είχε βάλει με τα μάτια κλειστά και τα χέρια στην έκταση να κάνω επιτόπου σημειωτόν. Το αποτέλεσμα ήταν αρκούντως απογοητευτικό, σίγουρα μεθυσμένη θα περπατούσα καλύτερα. Και σκεφτόμουνα πότε ήταν η τελευταία φορά που μέθυσα - ήταν στην κοιλιά του δράκου, πάνω από το Καλό Αμπέλι, με εκείνο το Σεριφιώτικο κρασί που δεν καταλαβαίνεις πότε σε κουδουνιάζει. Ω, ήταν καλό μεθύσι εκείνο, θυμάμαι έλουσα έναν τύπο με ένα πιάτο σαρδέλες επειδή ήταν Ολυμπιακός και επειδή μου μιλούσε κοροιδευτικά, μάλλον γιατί είχα πιει πολύ και φαινόταν, αλλά όπως και να έχει, ηλίθια δεν είμαι ούτε μεθυσμένη, ούτε ξεμέθυστη. Τρελή είμαι πάντα. Και ανισόρροπη, όπως είπε και ο γιατρός.
Είπε ο γιατρός: 'Η μικρή μας είναι ειδική περίπτωση'
Εννοούσε 'Γιατί δε πάνε σε ψυχίατρο, και έρχονται σε ΩΡΙΛΑ?'
Εγώ σκεφτόμουνα ότι και αυτή η ατάκα θα ευχαριστούσε πολύ κόσμο, αλλά αυτή τη φορά κρατήθηκα και δεν είπα τίποτα. Κοιτάζω τον γιατρό, έχει μια θαυμάσια φάτσα, στρογγυλή, με τα γαλάζια πανέξυπνα μάτια του, την ηλικία του που του επιτρέπει να με βλέπει μικρή, τις έξυπνα τοποθετημένες του απόψεις, νιώθω μια ασφάλεια, αν και τα χάπια για τον ίλιγγο δεν ξέρω αν θα βοηθήσουν στο να ξεγίνω ειδική περίπτωση.
Είπε ο γιατρός 'Εχεις κάποιο ακουστικό τραύμα στο αριστερό αυτί. Έχεις υποβληθεί σε κάποιο πολύ μεγάλο ήχο?'
Απάντησα οτι πάω σε συναυλίες και ότι κάθομαι κοντά στα ηχεία, ειδικά να είναι Διάφανα Κρίνα. Ο καημένος ο γιατρός παρανόησε. Με ρώτησε επανειλημμένα 'τι?' και του είπα είναι ποιητές, και του είπα ότι πια δεν παίζουν και πόνεσα, αλλά ο γιατρός χαρούμενος που έμαθε κάτι νέο, το σημείωσε δίπλα στα αποτελέσματα των τεστ που μου έκανε. Μου είπε να του το θυμίζω όταν μιλάμε, ότι του είπα για τα Διάφανα Κρίνα. Σκέφτηκα κι εσύ γιατρέ μου είσαι περιπτωσάρα. Γαμώ. 'Σχετικά με το τραύμα, μήπως έχεις χτυπήσει ποτέ στο κεφάλι' Όχι από όσο θυμάμαι. Αλλά όλο και κάποια πτώση από την κούνια θα την έχω κάνει, ειδικά αν προσπαθούσα να περπατήσω σημειωτόν με τα μάτια κλειστά και τα χέρια στην έκταση. Επέμενα για τις συναυλίες και τις δυνατές μουσικές, αλλά ο γιατρός ήταν ανένδοτος. 'Μήπως πας για κυνήγι και κρατούσες το όπλο στον αριστερό σου ώμο, κλπ?' Μπουχαχα. Πολύ αστείο. 'Όχι'. Μήπως έχει σκάσει κανένας όλμος στα αριστερά σου? Το είπε πολύ σοβαρά. Δεν υπήρχε περιθώριο να γελάσω. Απάντησα απλά αρνητικά και τότε συνοφρυώθηκε προβληματισμένος. Η κουβέντα αυτή δεν οδηγούσε πουθενά. Το γυρίσαμε στον ίλιγγο. Χαπάκια. Για το αεροπλάνο. Για να μην παθαίνω τα φριχτά που παθαίνω, να μην περνάω αυτό το βασανιστήριο κάθε φορά.
Και για τέλος, ένα κερασάκι σε μια τούρτα.
Είπε ο γιατρός 'Έχεις πλούσιο εσωτερικό κόσμο'
Σκέφτηκα 'σε σκατά? ουου, γεμάτη'. Και μετά ρώτησε αν γράφω. Και θυμήθηκα ότι είχα καιρό.
8.7.09
26.11.08
Πρώτη ακρόαση
Θέλω να παραβλέψω όλους τους κανόνες μου, έστω μια φορά, και να δω αυτό που μου αρέσει σαν να μη μου αρέσει και αντιθέτως, να μου αρέσει αυτό που μισώ. Με αυτή την αλλαγή στην ισορροπία θα καταφέρω να γαληνέψω, να μην πονάω, να σηκωθώ και να χορέψω με τη ψυχή μου στο στόμα να τρέχει στο άπειρο μεταμορφωμένη σε ουρλιαχτό. Φυσικά και θα χαθώ σε παράλογους συναισθηματισμούς, με αντικείμενο της ευαισθησίας μου την ευαισθησία μου την ίδια. Πάντα μιλάει παράξενα αυτή η αδυναμία αποκόλλησης από το σταθερό κέντρο του σύμπαντος – εγώ. Αλλά όλοι το ξέρουμε όσο και αν τρέχεις μακριά από τον εαυτό σου, αυτός ξέρει όλες τις κρυψώνες σου και εμφανίζεται σαν ίσκιος στις πιο χαρωπές σου σκέψεις. Έλα λοιπόν, άσε και εσύ το εγώ, την ευαισθησία σου και τις αναζητήσεις σου να φανούν, δεν είναι αδυναμία είναι πρόκληση για μένα να μάθω να σε ακούω, να σε νιώθω, να μη χρειάζεται να μιλάμε για όλα αυτά που δε χρειάζεται να μιλάμε. Ροή ενέργειας από τη δική σου σκέψη στο δικό μου μυαλό, όλοι αυτό δεν επιθυμούν? Και μην αντισταθείς στο ουτοπικό της πρότασης γιατί αυτή η ουτοπία μας αξίζει, επιτέλους, ναι, θα μπορέσουμε να ακούσουμε τους χτύπους της καρδιάς ο ένας του άλλου χωρίς να χρειάζονται εξηγήσεις, αρκεί να μας θωπεύει ο ρυθμός. Μετά μπορούν οι σκέψεις να εξελιχθούν σε μελωδίες, τέτοιες που να μας ταξιδέψουν στα πιο φωτεινά ίχνη των ισχυρών μονοπατιών του έρωτα και στη διαύγεια του σκοπού που πρόσταξε το παρελθόν μας, μόνοι μας, για το μέλλον μας σαν ζευγάρι ηλιαχτίδων με δική του μουσική. Αν λοιπόν παραβλέψω όλους τους κανόνες μου θα ξεγυμνωθώ εκεί που άλλοτε δεν ήθελα, ξέρεις, δε με τρομάζει να σου παρουσιάσω τη άπειρη μοναξιά μου, τώρα πια δε ντρέπομαι που την απολαμβάνω, κατάλαβα πια ότι δεν είναι κατακριτέο κάτι τέτοιο. Έτσι κι αλλιώς αν θες να μου χαρίσεις τα χαμόγελά σου μάλλον θα έχεις καταλάβει ότι έτσι πάει. Ανάποδα. Οι κανόνες έχουν καταρριφθεί. Τώρα οι γιορτές μπορούν να γίνουν πραγματικότητα ακόμα και εκεί που δε χωράνε. Χωρίς κόστος και ειδικές ανταμοιβές. Η απλότητα διανθίζει το περίπλοκο σύμπαν. Μας. Πρώτο πληθυντικό. Η γιορτή είναι για όλους μας, για μένα, για σένα, αυτά που κουβαλάς, γιατί και εσύ έχεις το δικό σου φορτίο, κάτι για το οποίο ντρέπεσαι. Δεν χρειάζεται να μου ξεράσεις τις ενοχές σου, τις βλέπω και τις χαίρομαι όπως εσένα. Φτάνει η αποδοκιμασία. Τώρα θα χορέψουμε. Στη μελωδία μας. Ουρλιάζοντας. Πως καταφέραμε να καταπιούμε τόσα πολλά ουρλιαχτά, μου λες? Άφησε ελεύθερη την ανάσα σου, μου αρέσει που με χαϊδεύει, και μη μου δώσεις απάντηση, ξέρω. Νομίζω. Αλλά και πάλι, τούτη η γνώση δεν ωφελεί την ένωσή μας, αυτό που σου χρειάζεται είναι το άγγιγμα του δικού σου ονείρου, μακριά από όλους, μόνο αν φύγεις μακριά μου θα μπορέσεις να κατανοήσεις γιατί. Γιατί η μοναξιά είναι το βασίλειό μου. Μόνοι τους οι άνθρωποι χαϊδεύουν τα άστρα. Χωρίς πλήξη. Ο χώρος τότε διαστέλλεται και χωράνε όλες οι ανθρώπινες επιθυμίες – των άλλων. Νιώσε με, άκου τα άστρα μου. Έχω διασταλεί σε αυτή τη πραγματικότητα που μοιραζόμαστε, τώρα χωράς στη σκέψη μου και στη καρδιά μου που ανήκει σε όλους τους επισκέπτες του κορμιού μου. Δως μου χαλινάρι την συγκατάνευσή σου στο παράλογό μου και μπορούμε να κολυμπήσουμε σε όλους τους γαλαξίες της απιθανότητας. Γιατί έτσι είναι μαγεία. Εξηγείται και παραμένει μυστήρια ταυτόχρονα. Την ίδια ώρα που μελώνω γίνομαι άδικα άγρια και επιθετική, θα σε καταρρίψω πριν το κάνεις εσύ. Αυτή είναι η απόδειξη ότι ταξιδέψαμε μαζί στην αγάπη. Ότι μεθύσαμε ο ένας από τα δάκρυα του άλλου. Ότι φτύσαμε ο ένας τους στίχους μας στον άλλο. Ομορφιά πέρα από κάθε τι συνηθισμένα άσχημο και κακοθώρητο, αν μου επιτρέπεις. Σου υπόσχομαι να μην αφήσω ποτέ το ποτήρι σου άδειο, θα το γεμίζω κάθε φορά που το φτάνεις στον πάτο με όνειρα και με λόγια που σου αρέσουν. Στο υπόσχομαι, δε θα διψάσεις ποτέ. Ό,τι περνάει από το χέρι μου θα μπει στο ποτήρι σου. Το λέω με την άνεση της ειλικρίνειας, έχω και θέλω να σου δώσω. Τόσα χρόνια για σένα τα μάζευα όλα αυτά, για να μου επιτρέψεις να μεθάμε μαζί τα ξημερώματα. Κι ας είναι όλοι οι δρόμοι κλειστοί και η ελευθερία μας γεμάτη χαρακιές από απόπειρες αυτοκτονίας. Σε εμπιστεύομαι γιατί γνωρίζεις τη φυλακή που θα απελευθερωθούμε, μαζί. Όμορφα ειπωμένο και νοσταλγικά επιθυμητό μου ψέμα. Και τώρα που επιτέλους όλοι οι κανόνες κανονίστηκαν καταλλήλως, με όλα τα κ τους νεκρά, τώρα νιώθω σύννεφο που χαϊδεύει τον ήλιο του Απρίλη, εκεί κοντά στον Μάιο, που πάντα αγαπάω παραπάνω και σκιρτώ από τις υποσχέσεις του αγέρα. Τώρα κατέκτησα την ευτυχία. Φταίνε οι κανόνες. Που κανονίστηκαν... Τώρα αρχίζει να θολώνει όλη η εικόνα. Σαν να νιώθω διαφορετικά. Κάνει κρύο. Που βρέθηκα και υπήρξα τόσο ευτυχισμένη? Ανοίγω τα μάτια. Το όνειρο τελείωσε. Η πραγματική σκόνη επιτίθεται σε κάθε κίνησή μου. Δεν υπάρχεις. Όχι όπως σε ένιωσα. Αλλά είσαι αληθινός όσο είμαι και εγώ. Τα όμορφα όνειρα είναι το μόνο που μένει. Έτσι συνεχίζεται η άδικη ζωή. Όμορφα.
Κυκλοφόρησε η νέα δουλειά των Διάφανων Κρίνων "Κι η αγάπη πάλι θα καλεί". Για το παραπάνω παραλήρημα φταίχτης είναι η όρεξή μου να γράψω καθώς απολάμβανα την πρώτη ακρόαση του CD.
Απόψε έχουμε γιορτή: Μετά από πολύ καιρό, τα Κρίνα μας καλούν σε γιορτή, το Σάββατο, 29 Νοεμβρίου, στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Περισσότερες ίνφο εδώ.
Κυκλοφόρησε η νέα δουλειά των Διάφανων Κρίνων "Κι η αγάπη πάλι θα καλεί". Για το παραπάνω παραλήρημα φταίχτης είναι η όρεξή μου να γράψω καθώς απολάμβανα την πρώτη ακρόαση του CD.
Απόψε έχουμε γιορτή: Μετά από πολύ καιρό, τα Κρίνα μας καλούν σε γιορτή, το Σάββατο, 29 Νοεμβρίου, στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Περισσότερες ίνφο εδώ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)