19.5.07

Δισταγμοί

Μια βραδιά θα πάρω φόρα και θα κάψω όλους τους δισταγμούς. Θα τους φέρω σε τέτοια δύσκολη θέση που δε θα μπορούν να αντιτείνουν ούτε ένα «μη». Θα τους κουνάω στα μούτρα το αεροπορικό εισιτήριο της φυγής σε τόπους εξωτικούς, όπου όλα θα είναι εύκολα, και αυτοί οι μικροί ανόητοι μη μπορώντας να αντισταθούν προφέροντας τις συνήθεις φτηνές δικαιολογίες τους θα μαζευτούν στη γωνία του εγκεφάλου μου προσμένοντας κάποια μελλοντική κατάλληλη ευκαιρία να ισοπεδώσουν.

Η αέναη πάλη της γοητείας με την αναποφασιστικότητα.

11.5.07

Ανάσες

Α
Μια ανάσα ζωής μπορεί να βρεί και να καλύψει ακόμα και τη μεγαλύτερη πληγή που καταπίνει έναν άνθρωπο. Μια τόση δα ανάσα, από αυτές που έχουμε τόσο σίγουρες, που επαναληπτικά καταπίνουμε και αφήνουμε ύστερα να βγουν από το σώμα μας, μπορεί να ξεχωρίσει και να πάρει τη μορφή του καλύτερου φαρμάκου: θαυματουργή, επουλώνει πληγές ζωής και κάνει καλό και στον πονοκέφαλο, αυτό που δεν μπορεί να διαχειριστεί το μυαλό γιατί προκαλείται από τον πόλεμο των σκέψεων, από το σκοινί που τραβάει από την μια πλευρά το «πρέπει» και από την άλλη το «θέλω». Η θέληση συνήθως έχει ρόλο αντίβαρου στο καταναγκαστικό. Γιατί πάντα θα θέλουμε να είμαστε αλλού από εκεί που βρισκόμαστε, έρμαια μιας πορείας ζωής που δύσκολα πείθει ότι εμείς την έχουμε επιλέξει. Ακόμα κι αν οι επιλογές μας δίνονται, είναι πάντα περιορισμένες και κατά κανόνα έχουν συνέπειες, που δε θέλουμε. Ακόμα και το θέλω είναι προβληματικό. Πέρα από τη λαχτάρα που το μεταμορφώνει σε πανάκεια, δεν έχει ουσιαστικές διαφορές από όλα τα υστερικά πρέπει που ψιθυρίζουν στο μυαλό τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Δεν υπάρχει επιλογή ανάμεσα στις επιθυμίες και στις επιταγές. Και οι δύο είναι μεταμορφωμένα τέρατα συναισθημάτων που καταργούν το αποτέλεσμα και μόνο μαζί τους καταλήγουμε να ασχολούμαστε, καταναλώνοντας άπλετα τον αέρα γύρω μας, σπαταλώντας τις ανάσες που μπαινοβγαίνουν στο κορμί. Μια ανάσα ζωής όμως, διαφέρει από όλα τούτα. Η διαφορά της είναι ότι δε συνοδεύεται από καμία σκέψη, κανένα συναίσθημα, ίσως μετά η αίσθηση να είναι αυτή της ευγνωμοσύνης ίσως και της έκπληξης.


Β
Καταπίνω γενναίες ανάσες αέρα και τον κρατώ μέσα μου μέχρι να γίνει εντελώς δικός μου. Επιτέλους ζω. Αφήνω τον αέρα να με κατακλύσει, τον κρατώ μέχρι να γίνει συνέχεια μου και ύστερα, σε ανύποπτο χρόνο, τον αφήνω στον περιβάλλοντα χώρο με τη μορφή τη δική μου, να χορεύει ζαλισμένος και να επεκτείνεται στον αιθέρα σα να είμαι εγώ που έγινα επιτέλους αέρινη, ελαφριά, μια ζωντανή απόδειξη ότι περιλαμβάνομαι και από οξυγόνο, πέρα από τους αιώνιους καταθλιπτικούς καπνούς που αναδίδονται από την εύθραυστη υπόσταση των κομματιών μου.

Το πεδίο της μάχης κορμί μου μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι έγινε άνοιξη και μεταμορφώθηκε σε εξωτική παραλία που τη χαϊδεύει η απαλή αύρα της θάλασσας. Αέρινα χάδια με μεταμόρφωσαν, έπιασα μια μικρή στιγμή και άνοιξα τις αισθήσεις μου, άρχισα να κινούμαι, άρχισα επιτέλους να αναπνέω. Κάπως έτσι είναι η γεύση της ελευθερίας. Μοιάζει με τις αβίαστες και βαθιές ανάσες του αέρα που είναι ευχάριστα δροσερός και μαζί ζεστός. Μια ζέστη που αξίζει να κάνω δική μου.

Έχω χρόνια πολλά μια παγωμένη καρδιά που ζητάει λίγη ζέστη, στα κρυφά, και δεν το παραδέχεται. Το βόλεμα της παγωμένης καρδιάς είναι ότι δεν έχει κι ιδιαίτερες ανάγκες, μπορεί να υπάρχει έτσι σταθερά χωρίς να χρειάζεται να υποσχεθεί τίποτα και σε κανένα, και από κανένα δε περιμένει τη παραμικρή έξαρση έρωτα - ίσα ίσα, κάθε φορά που γίνεται κάτι τέτοιο, η προσπάθεια χτυπάει σε ένα λείο καθρέφτη επιστρέφοντας πίσω εντελώς παγωμένη. Όμως πονάει η καρδιά και λαχταρά να γίνει ξανά εύπλαστη και ευκίνητη. Να ανοίξει και να χωρέσει συναισθηματικές ευκαιρίες ζωής. Πονάει η παγωμένη καρδιά με κρύο πόνο και δεν είναι εύκολο να το δει κανείς αυτό.

Ο ζεστός αέρας αναμιγνύεται επιτυχώς με μια μικρή δόση επερχόμενου καλοκαιριού, ανακατεύεται με τυχαίες καταστάσεις μέσα στο κορμί μου, έτσι όπως κινείται ρυθμικά γύρω από τη καρδιά μου και τη κάνει να χαμογελάει - ξανά. Θα λιώσει ο πάγος. Θα φύγει η αιχμηρή διάφανη κοψιά.

Όλα θα γίνουν πιο όμορφα τώρα.

5.4.07

Κάρμα

Στίχοι: Παντελής Ροδοστόγλου, μουσική: Διάφανα Κρίνα
"Ό,τι απόμεινε απ' την ευτυχία", 2003


Μου πήρε χρόνια να καταλάβω

πως υπάρχει και μια άλλη ζωή
πέρα απ το πάγο

Σε πόσα χρόνια θα κάνεις κατάληψη με ψευδείς αισθήσεις, έτσι όπως νομίζεις ότι θα βρεις μια άλλη ζωή, λες και δεν είσαι πάντα σε αυτή την άλλη ζωή, κι αν δεν είσαι εκεί, που ακριβώς είσαι? Παραλογίζεσαι, δεν υπάρχει κάτι σε ζέστη, εδώ είναι χειμώνας και βάλτο καλά στο μυαλό σου, τα επαναστατικά ρομαντικά τραγούδια που σιγοψιθυρίζεις τέτοιες βραδινές δύσκολες ώρες είναι σαν τα υπνωτικά χάπια: σε μεγάλες ποσότητες γίνονται θανατηφόρα, πολλαπλασιάζεται ο πάγος, πάρε το χιόνι σου και κάντο γαργάρες, κάνει καλό στις αμυγδαλές, ίσως και στις φωνητικές σου χορδές, θα συνεχίσεις να αυτοπαραμυθιάζεσαι τραγουδώντας παράφωνες ροματζάδες. Κάπου εκεί θα είμαι κι εγώ, σιωπηλή, θα ακούω και θα γελάω κρυφά με τις ψευδείς αισθήσεις που θα χαράζεις τον πηκτό αέρα ανάμεσά μας. Σαν να βλέπω την εικόνα μπροστά μου, τόσο αληθινή, σαν να είμαι εγώ που τραγουδώ κι εσύ που γελάς. Κι ο πάγος πάγος. Τίποτα δε λιώνει τόσο καλά κρυμμένο στο λευκό, αθώο εγκλεισμό του νερού σε κοφτερές πέτρες.


Εκεί που λιάζονται οι σαύρες
και τα ηφαίστεια ησυχάζουν

στο φως που τα γυμνώνει


Σαύρα, κροκόδειλος... από μία άποψη το ίδιο και το αυτό. Πράσινα, ερπετά, με παράξενα μάτια και χαμερπή βηματισμό. Κοντά στη γη, ξέρουν τι κάνουν. Ειδικά όταν βρουν ήλιο. Το εκτυφλωτικό φως δεν ανήκει σε κανένα ηφαίστειο, ίσως όχι όταν σκέφτεσαι τον ήλιο σαν αστέρι από αυτά που ζωγραφίζουν τα παιδιά, με τις πέντε γωνίες έτοιμες να ξεσκίσουν. Πάντα κίτρινος ο ήλιος, πάντα λευκό το φως. Κίτρινος άρρωστος ήλιος, κάποτε κόκκινος από την ντροπή του που δε παραδέχεται ότι είναι ηφαίστειο και ότι αν γουστάρει θα τα λιώσει όλα με έναν απλό βήχα. Ακόμα και τις σαύρες που χουζουρεύουν στις επικίνδυνες πλαγιές, πλαγίως, οριζοντίως και ίσως ανάσκελα σαν κατσαρίδες ψόφιες. Το λευκό φως που τα γυμνώνει... Ποια?


Κουράστηκα να γυρίζω
σ αυτές τις ερήμους

αυτή η διαδρομή με εξοντώνει


Τότε τι γυρεύεις πάλι στον δρόμο? Σε αυτή τη περίπτωση θα ισχυριστείς ότι δεν έχεις σπίτι να αράξεις και γενικά φοβάσαι να μείνεις κάπου πολύ μη βγάλεις τίποτα περίεργες ρίζες και μετά ούτε μέχρι το προαύλιο για λίγο καθαρό αέρα φυλακής δε θα μπορείς να βγεις. Έχεις κάτι περίεργες ιδέες πότε πότε κι εγώ σε πιστεύω. Αυτό μάλλον είναι το λάθος μου, γιατί τότε σου χαρίζω τα κλειδιά μου, τα δεύτερα πάντα και δε χάνεις ευκαιρία να μου τα επιστρέψεις με την πρώτη ευκαιρία. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, χωμένος σε τόνους τσιμέντου και αλκοόλ μιλάς για κάτι ερήμους και κάποιους πολέμους, ενώ εδώ (όλοι το ξέρουν) δε χωράνε οι μεθυσμένοι. Ούτε οι κουρασμένοι. Πάρε άλλο δρόμο, αν αυτό θα σε βοηθήσει, αλλά παρ τον σωστά και με καλούς τρόπους. Εξευμένισε τα παραστρατήματα και κάντα να φαίνονται μέρος του ταξιδιού. Μια θυσία –προσφέρομαι- είναι πάντα μια καλή κίνηση.


Σίγουρα κάπου θα υπάρχουν δυο μάτια
που σαν άυλοι φάροι μες στην νύχτα

θα μου δείχνουν ένα δρόμο να βαδίσω

ένα ορίζοντα λαμπρό όπου θα με περιμένει η ζεστασιά κι η συγκατάνευση

με μια κούπα στα χείλη κι ένα χαμόγελο στο χρώμα του κυκλάμινου


Ίσως να μην υπάρχει τίποτα από όλα αυτά. Το ερώτημα είναι: θες να πιστεύεις στους ανθρώπους? Ακόμα και τώρα που έχεις γευτεί τόσες και τόσες σάρκες, όλες σάπιες, αν όχι όλες οι περισσότερες, αν όχι σάπιες, άνοστες, αν όχι άνοστες πολύ πικρές. Τι νομίζεις ότι θα δουν τα μάτια που τόσο λαχταράς να υπάρχουν για να σε σώσουν? Ένα κουρέλι που κουβαλάς στέμμα βασιλικό, λες κι έγινες εσύ ότι εμείς οι υπόλοιποι ποτέ δε θα γίνουμε, βασιλιάς της κούπας αυτής που κρέμεται από τα χείλη σου, αυτή που ξεχειλίζει οργή, δεν είναι αυτό που ψάχνεις, δε σου ταιριάζουν εσένα αυτά. Εσύ υπάρχεις για άλλα πράγματα, έχεις να φτάσεις σε ακόμα περισσότερα λάθος συμπεράσματα και να κρατάς περήφανα κουφάρια συνταγών καλοζωίας για τους άλλους στο ένα χέρι. Με το άλλο να παλεύεις συνέχεια με το ίδιο σύννεφο που σε ζαλίζει με τις ερωτικές του εξομολογήσεις και θα πονάς γιατί δε νιώθεις τίποτα, ούτε καν απέχθεια, ενοχή, αλαζονεία ή ανωτερότητα. Αν ο δρόμος είχε υπόσταση, μάλλον εκεί θα αποκοιμιόσουν στον απόλυτο έρωτα. Ακόμα κι αν η φρικτή αλήθεια θέλει κάθε βήμα σου να γκρεμίζει ότι υποψία ορίζοντα υπάρχει και από τη θολούρα που μένει θα επιστρέφεις πιο πίσω από εκεί που ξεκίνησες και θα ζητάς να σου βάλλουν να πιεις κι άλλο. Νομίζεις ζεστασιά, πάρε το χιόνι σου και γεια. Νομίζεις συγκατάνευση, πάρε μια δόση κοροϊδίας και εξαπάτησης να γουστάρεις. Εδώ έχει άλλους κανόνες, μικρό παιδί δεν είσαι, δε μπορείς να ζωγραφίζεις τον ήλιο σαν αστέρι με φωτοστέφανο κι ακτίνες γύρω γύρω, και όχι δεν υπάρχει μονοπάτι για τα βουνά να δεις το ηλιοβασίλεμα από ψηλά.


Σίγουρα κάπου θα υπάρχουν δυο μάτια
που σαν άυλοι φάροι μες στην νύχτα
θα μου δείχνουν ένα δρόμο να βαδίσω
ένα ορίζοντα λαμπρό όπου θα με περιμένει η ζεστασιά κι η συγκατάνευση
με μια κούπα στα χείλη κι ένα χαμόγελο στο χρώμα του κυκλάμινου


Σίγουρα κάπου θα υπάρχουν δυο μάτια
που σαν άυλοι φάροι μες στην νύχτα
θα μου δείχνουν ένα δρόμο να βαδίσω
ένα ορίζοντα λαμπρό όπου θα με περιμένει η ζεστασιά κι η συγκατάνευση
με μια κούπα στα χείλη κι ένα χαμόγελο στο χρώμα του κυκλάμινου


Σίγουρα κάπου...


20.3.07

Το παλιό δακτυλίδι

Το αγαπημένο μου δακτυλίδι έσπασε. Είναι καιρός, πάνε από τρεις μήνες. Μου λείπει πολύ, και δε μπορώ να το ξαναβρώ, γιατί η εταιρία αποφάσισε να μην το ξαναδιαθέσει στην αγορά. Εμένα μου λείπει όμως πολύ. Το tribal του, κάποιος μου είχε πει ότι είναι ένα σύμβολο που δείχνει ένα δράκο. Εντυπωσιακό το είχα βρει τότε και τώρα δεν το έχω πια πάνω στο δάκτυλό μου όπου κι αν πάω. Ξεχνιέμαι και κάνω ασυνάρτητες κινήσεις να το ακουμπήσω με τον αντίχειρα ή το άλλο διπλανό δάκτυλο, δε το νιώθω και αρχίζω να πανικοβάλλομαι, μέχρι να θυμηθώ ότι είναι σπασμένο, κλεισμένο μέσα σε ένα κουτί στο σπίτι. Από όλα τα κοσμήματα του κόσμου, αυτό ήταν το πιο αγαπημένο μου, δυστυχώς όχι ασημένιο για να αντέχει τις κακουχίες και τη συνεχή χρήση, κι έτσι καταπονήθηκε τόσο ώστε να φτάσει σε ένα μικρό μπλε κουτάκι στο μπάνιο, δίχως να ελπίζει σε κάποιο μέλλον, σε μια επόμενη μελλοντική χρήση. Ίσως όλα αυτά να είναι το περίτρανο σημάδι της νέας εποχής. Το παλιό μου αγαπημένο δακτυλίδι δεν υπάρχει πια με τη μορφή που μπορούσε να με ακολουθήσει παντού. Ίσως να πρέπει να βγω στο δρόμο, να αφήσω επιτέλους τη μοναξιά των τεσσάρων γκρίζων τοίχων που με καλύπτουν σαν εκείνο το μπλε κουτάκι το παλιό μου δακτυλίδι και να αρχίσω να αναζητώ το νέο μου σύντροφο, που θα με ακολουθεί χωρίς δισταγμούς όπου κι αν πηγαίνω. Να βρω το μικρό αυτό πραγματάκι που θα κολλήσει επάνω στον δεξιό μου δείκτη, και θα γυαλίζει επιδεικτικά στο γραφείο της καθημερινές, καθώς πληκτρολογώ τις ηλίθιες αναφορές και μελέτες τους, στο σπίτι, όταν γράφω τη διατριβή του μεταπτυχιακού μου, κάθε φορά που στρίβω ένα τσιγάρο, κάθε φορά που πιάνω την κούπα με τον καφέ, το ποτήρι με το ποτό μου, κάθε φορά που υψώνω το χέρι μου για να δώσω μια γροθιά στον αέρα από χαρά ή από αγανάκτηση. Φάρος που θα ξεκινά από τον δείκτη του δεξιού μου χεριού και θα γεμίζει τον αέρα από μένα. Για να μη λυπάμαι πια.



Original photo by cheshire cat

22.2.07

Περί επισκευής

Εκεί που αμέριμνα "εργάζομαι" στην πολύ (μπλιααααχχχχχ) ενδιαφέρουσα εργασία μου, ακούω ένα κομμάτι που αντιτίθεται πολύ στο σκοτωμένο έρωτα της 14ης Φεβρουαρίου, καθώς και σε αυτόν της 19ης Φεβρουαρίου (ερώτηση: τι τα έχετε τα κινητά αφού δεν τα χρησιμοποιείτε???) (ερώτηση νο2: σε πόσα χτυπήματα το κλείνεις και αφήνεις μια περήφανη αναπάντητη???) και μιλάει για επισκευές... Fix you ή αλλιώς, θα σε φτιάξω εγώ, όσο απειλητικό και αν ακούγεται. Γιατί και εσύ με έχεις φτιάξει και γενικά έχω φτιαχτεί για μανούρες και καβγάδες... Τώρα, θα μου πεις και θα έχεις και δίκιο, το φως τι σχέση έχει με όλα αυτά? Και ο σκοτωμένος έρωτας? Είναι το γαμώτο του κακού timing - γιατί με ξύπνησες πάνω που είχα βυθιστεί στο υπέροχό μου κόμμα - τι σχέση μπορεί να έχω με κάποιον που το αρέσει η Παπαρίζου (for Christ's shake!!!) - γιατί είσαι συνέχεια κροκοδειλιασμένος? - μη με παίρνεις τηλέφωνο αν δεν ξέρεις τι θέλεις να μου πεις και τι θέλεις να ακούσεις - τι γυρεύω εγώ εδώ - πότε θα έρθει το καλοκαίρι να πάω διακοπές γυφτάκι στα κουφονήσια, ξυπόλητη όλη μέρα μόνο με το μαγιώ και την αλμύρα στα μαλλιά μου - έχει έρθει η άνοιξη - θα πάω στην Ολλανδία - βλέπω πάλι παράξενα όνειρα και το θέμα τελικά είναι ποιος άφησε την πόρτα ανοιχτή και πότε επιτέλους κάποιος θα έρθει με τα κατάλληλα εργαλεία για αυτή την επισκευή?

When you try your best but you don't succeed
When you get what you want but not what you need
When you feel so tired but you can't sleep
Stuck in reverse

And the tears come streaming down your face
When you lose something you can't replace
When you love someone but it goes to waste
could it be worse?

Lights will guide you home
and ignite your bones
And I will try to fix you

High up above or down below
when you're too in love to let it go
but If you never try you'll never know
Just what your worth

Lights will guide you home
and ignite your bones
And I will try to fix you

Tears streaming down your face
When you lose something you cannot replace
Tears streaming down your face and I

Tears streaming down your face
I promise you I will learn from my mistakes
Tears stream down your face and I

Lights will guide you home
And ignite your bones
And I will try to fix you

Fix You - Coldplay

12.2.07

Kανονικότητες

Μπορεί μέσα σε ένα κανονικό βράδυ παρασκευής να γυρίσει ο κόσμος τούμπα και ανάποδα. Μπορεί κανείς να ανταλλάξει πολύ βαριά λόγια με έναν φίλο-αδερφό, τόσο βαριά που να πονάνε για χρόνια, κι έπειτα να φιλοξενήσει κάποιο παιδικό έρωτα, που πρόσφατα ξαναβρέθηκε στο δρόμο του, άγνωστο πως, άγνωστο γιατί, άγνωστος επίσης, ο τρόπος εισβολής στη καρδιά σκέψεων που είχαν πάψει να υφίστανται από καιρό.

Ναι, έχει γυρίσει ο κόσμος τούμπα και ανάποδα. Ναι, πονάω ακόμα πιο πολύ. Ναι, σχεδίασα στο μέτωπό μου μια πεντάλφα, έβαλα ένα μαύρο μακρύ φόρεμα και άφησα τα μαλλιά μου λυτά και βγήκα στο δρόμο το Σάββατο το βράδυ. Τριγύριζα στους φωτεινούς δρόμους του κέντρου, στους σταθμούς του μετρό, περιφέροντας επιδεικτικά μια θυμωμένη και λυπημένη φάτσα και τρόμαζα το κόσμο που δεν έχει αντιληφθεί ότι είναι απόκριες. Ή που φοβάται να αντιληφθεί ότι υπάρχουν θλιμμένες νεράιδες, χρόνια βουτηγμένες στο πόνο, σε ένα πόνο που ταξιδεύει από το πουθενά και έρχεται θριαμβευτικά να κατοικήσει στη ψυχή.

Μέσα σε μία Παρασκευή βράδυ, σε μια θλιβερή πριβέ γιορτή σε ένα λόφο αντιμέτωπη με τον βοριά, τα σκληρά σύννεφα και τις απειλητικές ψιχάλες, σε μια βόλτα μαύρη, σε ένα ηλίθιο μασκέ πάρτυ που βρέθηκα με το ζόρι, σε μια Κυριακή γεμάτη ελπίδες, φόβους, απώλεια, στενοχώρια, βροχή και υγρασία, χάθηκα και ξαναβρέθηκα εκεί ακριβώς που είχα σταματήσει, στο υπέροχο πουθενά μου, υπάρχοντας με τον ίδιο τρόπο που ανασαίνω πάντα, με τη καρδιά να τρέχει σε σκέψεις μακρινές και ύστερα να έρχεται τρέχοντας να κρυφτεί στη σιγουριά του μυαλού, ο ορθολογισμός είναι το μόνο που με κρατάει πια.

Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα ένιωθα τέτοια χαρά που ζω αυτή την ηλίθια ζωή, αυτή την φρικτή ρουτίνα και την απελπιστική καθημερινότητα. Ανακούφιση, ειδικά τώρα που έχει γυρίσει ο κόσμος ανάποδα και τούμπα και δε μπορώ να διαχειριστώ καμία κατάσταση. Δεν ξέρω πόσοι καημοί με αναζητούν ακόμα, μου φαίνεται ότι είναι αρκετοί, καιροφυλακτούν προσπαθώντας να βρουν την κατάλληλη πρόφαση να δείξουν τα χαλασμένα δόντια τους και το αναπόφευκτο για μένα, σχέδιό τους.

Το τελευταίο σ’ αγαπώ θα πάει στον μεγάλο μου έρωτα, αυτόν που έχει χαθεί πολλά χρόνια τώρα, όπως και το πρώτο. Σκέφτομαι αυτό, νιώθω σαν να μην έχει περάσει ούτε στιγμή από την πρώτη φορά που ένιωσα το σκίρτημα στην καρδιά μου, άγνωστο πως κι ας έχουν περάσει χρόνια, και μια φωνή μου ψιθυρίζει ότι κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ και άλλα δεν αλλοιώνονται ποτέ και φυσικά, ο έρωτας είναι ένας, ο ύστατος παράνομος, που λέει κι ο Τομ Ρόμπινς, και δε σε ρωτάει ούτε και δίνει σημασία στον επικείμενο θάνατο ένα θλιβερό πρωί σε μια λάθος στροφή, στην εκπλήρωση ή στην αμοιβαιότητα των συναισθημάτων. Κατά κανόνα, οι μεγάλοι έρωτες κρύβουν τους πιο μεγάλους πόνους, άγνωστο γιατί, και άσχετο αν είναι εκπληρωμένοι ή αμοιβαίοι.

Ο ίδιος ορθολογισμός που με σώζει, με καταστρέφει απαιτώντας απαντήσεις σε ερωτήσεις όπως: πως μπορεί να μην εξασθενεί το αρχικό συναίσθημα μετά από τόσα χρόνια, μετά από τον θάνατο? Πως μπορεί να έρχεται στη ζωή μου ξαφνικά ο πρώτος μου παιδικός έρωτας, ο προ εικοσαετίας, και να ερωτοτροπεί ξεδιάντροπα με την εύθραυστη κι ετοιμόρροπη ευαισθησία μου? Τι θέλει από τη ζωή μου, όταν την ίδια στιγμή έρχεται να με βρει και αμέσως με ακυρώνει γειώνοντας κάθε ελπίδα ότι αυτές οι όμορφες στιγμές μπορούν να εξελιχθούν και να ακολουθήσουν μια πορεία? Τι γυρεύω εγώ μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό? Γιατί με φοβάται? Επειδή μιλάω συνέχεια για νεράιδες και δε πιστεύω στο θεό του? Τι μου διαφεύγει? Τι κάνω λάθος? Τι θέλω να γίνει? Τι θα γίνει? Τι θα κάνω? Πόσα ερωτηματικά χωράνε σε μια λευκή σελίδα? Θέλω απαντήσεις? Κι αν ναι, τι ύφος θέλω αυτές να έχουν? Ήρθε πράγματι να με δει μετά από ενάμιση μήνα? Ήταν πράγματι αυτός που του μαγείρεψα, που τα ήπιαμε, που είδαμε μαζί ταινία και μου έδωσε το χέρι του να το χαϊδέψω? Μήπως ήταν όλα μια ψευδαίσθηση? Και ήρθε όντως να δει εμένα, ή απλά έτυχε γιατί συνέτρεχαν άλλοι και προφανώς ηλίθιοι λόγοι που το έφεραν στην γειτονιά μου? Με σκέφτεται? Θα τον ξαναδώ? Φταίνε τα χιλιόμετρα που μας χωρίζουν? Φταίει ότι δεν πιστεύει πια στον έρωτα? Φταίει που δεν είμαι ικανή να αφήσω αχαλίνωτη την επιθυμία μου και να τρέξω να τον βρω? Μα, αν ήθελε δεν θα ήταν εδώ, κοντά μου χωρίς αμφιβολίες, συμβάσεις και απωθημένα?


Ότι είναι να γίνει θα γίνει
και δε θα γλιτώσει κανείς.

9.2.07

ΚΠΚΚΠ...

means:
Κανένας
Πούστης
Και
Καμία
Πουτάνα



Μπορείτε να πάτε να ψοφήσετε κάπου παραπέρα αγαπητοί μου κανίβαλοι. Δεν έχω καμία όρεξη να εξηγώ τα ίδια και τα ίδια... Χίλιες φορές να ψοφήσω μόνη μου παρά να ανέχομαι ανθρώπους που θέλουν μόνο να επιβεβαιώσουν τον ηλίθιο εγωισμό τους και δε μου φέρονται καλά και ξηγημένα όπως τους φέρομαι.


I'm disinclined to acquiesce to your request.
Means "NO".

28.12.06

...

Ποτέ δε κατάλαβα τι ψάχνω πίσω από τους καπνούς κρυμμένη, θαμμένη κάτω από δύο εκατοστά αλκοόλ στο ποτήρι που δεν αδειάζει ποτέ. Ούτε τα βλέφαρα κλείνουν, κοιτούν ορθάνοιχτα τα μάτια τη περίτρανη απουσία σου, χρόνια τώρα, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς πενθώ, μάλλον το κορμί μου που έχει μείνει στην άκρη ανέραστο χωρίς την εθιστική μυρωδιά σου που καμιά μυρωδιά στον κόσμο μέχρι αυτή τη στιγμή (αυτή εδώ τη μικρή άστοχη στιγμή) δε συγκρίνεται...

Τι άλλο να σκεφτώ στο ίδιο μαγαζί που άλλαξαν τα χρόνια μου και απέρριψα τα μπαρ από μέσα και τώρα πόσο μου λείπει η μελαγχολία της barwoman: θα μπορέσω ακόμα μια φορά έξοχα να πεθάνω ανάμεσα σε γνωστούς μου τόσο άγνωστους θαμώνες. Ένας γνωστός άγνωστος θάνατος, μέσα στο ποτήρι κολυμπώ του θανατερού τζιν και τη νύχτα αυτή το ξέρω θα γίνω πολλά μικρά κομμάτια, πάντα θλιμμένη χωρίς να ξέρω γιατί, αυτή τη τρελή χαρά του να υπάρχω μου φέρνει δάκρυα στα μάτια και δε μπορώ να πείσω τον εαυτό μου ότι την αντέχω τέτοια χαρά. Έτσι μάλλον δε το γλιτώνω το ουρλιαχτό, θα ξεσηκώσω τα πάντα με την ηλίθια και άσχημη φωνή μου

MERRY FUCKING CHRISTMAS AND A HAPPY FUCKING NEW YEAR

30.11.06

Σ' αγαπώ και μου λύπης

Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει. Ο ήλιος θα είναι ψηλά, το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο, ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια και τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορφους άντρες. Ένα σπίτι δε θα είναι ποτέ η χώρα μας, μια πόλη ποτέ η μάνα μας. Θα μοιράζουμε τα πάντα και πάντα θα κλέβουμε, θα υποσχόμαστε να γίνουμε καλύτεροι και θ’ αποστρέφουμε το κεφάλι.
[...]
Θα διώχνουμε τα φαντάσματα μα εκείνα θα μας υπενθυμίζουν το ναυάγιο της ενηλικίωσης και τους καθοριστικούς έρωτες. Θα κλαίμε και θα γελάμε. Θα γελάμε με αυτά που κλαίμε και θα κλαίμε με αυτά που γελάμε.
[...]
Θα φεύγουμε από τα δύσκολα και θα επιστρέφουμε όταν θα είναι πιο δύσκολα ακόμη. Θ’ αρνιόμαστε να πούμε τέλος, πόσο μάλλον να το πιστέψουμε. Θα ερωτευόμαστε μόνο για μια βραδιά και θ’ αγαπούμε για όλες τις βραδιές. Θα είναι πάντα δύσκολο, θα είναι πάντα εύκολο και θα ήμαστε πάντα εκεί.
[...]
Θα σου διαβάζω ποιήματα και θα αποκοιμιέσαι, θα με θες δίπλα σου κι εγώ θα σου λέω «Άλλο ένα αγάπη μου» και ύστερα θα έρχομαι. Θα είναι Κυριακή και θα σιχαινόμαστε να πάμε τη Δευτέρα για δουλειά. Θα φοβάσαι μην αργήσω, θα σου λέω, «Τους έχω γραμμένους».
[...]
Θα προχωράει η ιστορία, θ’ αδυνατείς να τη καταλάβεις, θα τη παρατάς και ύστερα θα τη ξαναπιάνεις, θα τη τελειώνεις και θα γεννούνται μυριάδες ερωτήματα, σε μερικά θα απαντάς, σε άλλα όχι. Θα ‘χεις φτάσει τριάντα χρονών και θα σου αρέσουν για πρώτη φορά τα παραμύθια, θ’ αναρωτιέσαι γιατί, θα τα διαβάζεις με μανία, θα λες πως πρέπει να μην υπήρξες ποτέ παιδί.
[...]
Θα συνθηκολογούμε για λίγους μήνες και ύστερα θα τα παρατάμε, γιατί πρέπει να τα παρατάμε αλλιώς θα ξοφλήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε. Θα μας ρωτάνε και δε θα ξέρουμε τι ν’ απαντήσουμε, θα απαντάμε και θα σαστίζουν με τα λόγια μας. Θα φοράμε μαύρα το χειμώνα και κόκκινα με λευκά το καλοκαίρι.
[...]
Θα διαβάσουμε μια νύχτα τα κιτάπια μας και θα αποφασίσουμε να χαθούμε. Θα χαθούμε. Μακριά, για πάντα. Ο ήλιος θα είναι ψηλά και το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο. Ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια, τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορφους άντρες. Θα είμαστε δυο κόκκοι άμμου στην άκρη του κόσμου. Κι όλα θα τελειώνουν κι όλα θα ξαναρχίζουν. Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει.....


Γιάννης Ζελιαναίος


Όλο το κείμενο θα το βρείτε εδώ

21.11.06

Παιδικό

Βρήκες το μολύβι, το χαρτί
έπιασες κι αράδιασες λέξεις
που κλείνουν μέσα τους
λύπη, μοναξιά, αγανάκτηση, ίσως αγάπη...
Λυπάσαι που χάνεις
μα το «πρέπει» δεν είσαι εσύ
Δε μιλάς με «πρέπει»
Μονάχα μιλάς στο φεγγάρι
του μιλάς
κάθε νύχτα που σε πνίγει η σιωπή
και σε κυκλώνει η μοναξιά σου.

Το λάθος που ψάχνεις δεν υπάρχει.
Δεν υπάρχει κανένας να κατηγορήσεις.
Δεν φταίει τίποτα
που η ζωή σου είναι άδεια
και τα συντρίμμια της μοίρας σου
χάνονται στο ψυχρό αγέρα
έξω από το δωμάτιο
έξω από το σπίτι
πέρα από τη θάλασσα
μακριά από τη φυγή.

Οι παράδεισοι που ονειρεύεσαι
και ο καπνός από αυτό το τσιγάρο
μπερδεύονται στο κόσμο σου
- σε οδηγούν στο χείλος του γκρεμού
σ' εκείνο το μακρινό πλανήτη
που ο ήλιος περιφρονεί.
Αναζητάς το σκοτάδι
να κρύψεις το φόβο,
την ανησυχία, την ίδια σου τη παρουσία.
Έγινες ένας ίσκιος βουβός, μια φιγούρα
μια σκισμένη φωτογραφία
πεταγμένη στα νοτισμένα βότσαλα
μιας ξεχασμένης ακρογιαλιάς.

Κάπου στο πουθενά άφησες την καρδιά σου
κάπου στο παντού περιφέρεται ο ίσκιος σου
κάπου στο γενικά ίσως να υπάρχεις
κι όλα να είναι απλά κακές σκέψεις.
Εσύ έχασες το δικαίωμα στη φαντασία
από τότε
που άφησες την αλυσίδα να σε κυκλώσει
να σε κλείσει.
Κι εκείνο το κυπαρίσσι, το ψηλό,
που ακουμπούσε στον ουρανό
σε κάνει να λες
ότι εσύ δε κάνει να είσαι άνθρωπος...
Να ήσουν απλά ένας γλάρος
να αγκάλιαζες του ορίζοντες
να ακροβατούσες στα αόρατα σκοινιά
που ξεδιπλώνει ο θεός ήλιος τη Δύση...

Όλα σου θυμίζουν ότι είσαι σάρκα και ψυχή
Το σώμα σου αντιδρά
πονάει...
Μια κραυγή
μια απροσδόκητη λάμψη
«βγήκε το φεγγάρι,
είναι στρογγυλό...»
Κλείσε τα μάτια, θα κοιμηθείς.
Δε θα μιλήσεις απόψε
θα αφεθείς στην αγκαλιά του ονείρου
κι ας σε πνίγουν τα πάντα...
Κλείσε τα μάτια
αυτά που φοβούνται, που τρέμουν
σαν αντικρίζουν την αλήθεια.
Σώπα ψυχή
η μιλιά τούτη την ώρα
μοιάζει ανοησία...

Βγήκες, άφησες τους τέσσερις τοίχους.
Χάθηκες από τα βλέμματά τούς
χάθηκες από τις κουβέντες τους,
αυτών που πάντα θα αγαπάς
μα πάντα θα εγκαταλείπεις.
Τους φοβάσαι...
Φοβάσαι πολύ...
Αφήνεις έτσι απλά τον εαυτό σου
να ΚΑΝΕΙ ΛΑΘΟΣ
Δεν έχεις τη δύναμη να κάνεις λάθος...
Δεν μπορείς να κάνεις λάθος...
Άφησες πίσω σου κάτι σα σπασμένο καθρέφτη.
Ξέρεις;
Είναι η καρδιά σου
Πικραμένη, παγωμένη, σπασμένη
Ανήμπορη πια,
ανήμπορη πια,
αντανακλά το μίσος που σε περιβάλλει.
Δε μπορούσε να ακολουθήσει
το λάθος σου...

Όλα είναι ίδια...
Ίδια
νοήματα, τραγούδια, αγάπες
κι είναι μόνο για τους άλλους
τους πολλούς....
Εσύ είσαι οι λίγοι
που βλέπουν να χάνονται τα λεπτά
να φεύγουν οι ώρες, να κυλά ο χρόνος
μοναδική ουσία της ζωής
ο θάνατος...
Φοβάσαι; Φοβάσαι.
Το βλέπω:
διαβάζω αυτά που σκέφτεσαι
και ντρέπεσαι να μοιραστείς
ακόμα και με το φεγγάρι.

Κάθεσαι ακόμα στο ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ παγκάκι
σε εκείνο το ξ ε χ α σ μ έ ν ο πάρκο
που βλέπει στην ξ ε χ α σ μ έ ν η παραλία
τα ξ ε χ α σ μ έ ν α πλοία που βουλιάζουν
στην ξ ε χ α σ μ έ ν η θάλασσα
στον ξ ε χ α σ μ έ ν ο αυτό πλανήτη...

«Ένα τσιγαράκι, ρε φίλε, να το κόψω
να κόψω αυτόν το πονοκέφαλο...»
Το ξέρεις:
δε θα σταματήσει ο πονοκέφαλος
Μόνο που κάποτε το χέρι
θα κουραστεί να γράφει.
Θα πέσει νεκρό και άψυχο
πάνω στο ματωμένο χαρτί.
Να ξέρεις τότε δε θα ξεπλύνεις
την ντροπή με δάκρυα.
Θα είναι αργά...

17/11/1994

22.10.06

Παζλ

Μου λείπει το χαρτί και το χρώμα, ένα μόνο χρώμα για φωτίσω τη στιγμή, να της δώσω μορφή και αέρινη κίνηση.

Φαντάζει σαν απέλπιδη ύστατη έκκληση ή σαν υπέρμετρη ανάγκη η αναζήτηση του χρώματος. Όλα, έτσι κι αλλιώς, είναι γκρίζα.

Που και που το κλάμα ενός αηδονιού φωτίζει λίγο τη νύχτα και παίρνει να τραγουδά μαζί και η καρδιά. Η ψυχή μπαίνει στον ίδιο χορό, ευφραίνεται, χάνεται σε γλυκές νοσταλγίες. Κι όλα αυτά από το κλάμα.

Υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα εδώ. Απλά μου διαφεύγει. Ξαναγυρνώ, πάω να βρω το χρώμα μου. Είναι σίγουρα βαθύ πορτοκαλί, αυτό του ήλιου του καλοκαιρινού που σιγοσβήνει στη θάλασσα. Πορτοκαλί σαν το αγαπημένο χρώμα των τρελών. Όταν το βρω θα σκίσω από τη ζωή μου ένα χαρτί και θα το γεμίσω σημειώσεις. Να μη ξεχάσω ότι πρέπει να θυμάμαι ποιο είναι το σημείο που έχω ξεμείνει παρανοϊκή και αμετάκλητα ανυπόμονη.

Σημείωση Νο1: Πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει, κι ας λείπουν τα φτερά.
Σημείωση Νο2: Κόσμε, don’t be afraid of your freedom
Σημείωση Νο3: Τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα
Σημείωση Νο4: ΧΑ ΧΑ ΧΟ ΧΟ ΧΙ ΧΙ
Σημείωση Νο5: Μείνε ακατανόητος, σκοτεινός και κακόγευστος, αφήνοντας ξωπίσω σου δύσοσμους όγκους σιωπής. ΔΕΙΞΤΟ ΠΩΣ ΔΕ ΜΕΤΑΝΟΙΩΣΕΣ ΑΚΟΜΗ
Σημείωση Νο6: ΒΑΛΤΕ ΝΑ ΠΙΟΥΜΕ ΚΙ ΑΛΛΟ
Σημείωση Νο7: Fuck The System

2.10.06

Πρόσκληση σε γιορτή

Η Magica μαγειρεύει ένα ακόμα καταπληκτικό πάρτυ με σκοπό να γεμίσει τις γειτονιές στο Γκάζι παιδικά χαμόγελα.

Το Χριστουγεννιάτικο Bazaar των Δρόμων Ζωής θα πραγματοποιηθεί και φέτος με Αποστολή μας καλύτερα χαμόγελα! Η γιορτή θα γίνει στις 9 και 10 Δεκεμβρίου και οι ετοιμασίες έχουν ήδη ξεκινήσει.

Είναι χαρά μου να μπορέσω να πάρω μέρος και φέτος στη γιορτή αυτή. Δεν υπάρχει τίποτα συγκρίσιμο με την ομαδική δουλειά που ξεπληρώνεται με αυθεντικά παιδικά χαμόγελα. Εσείς?

23.9.06

Χειμωνιάτικη σκοτεινιά

Ο ήχος της βροχής, η μυρωδιά του γαλλικού καφέ και η ψύχρα ξυπνούν τα χειμωνιάτικα φαντάσματα από τον καλοκαιρινό τους ύπνο. Ξεκινούν να σαλεύουν υπόγεια, κοιτώντας το φθινόπωρο κατάματα με την σιγουριά ότι θα τους δώσει όλο τον απαραίτητο χρόνο να γίνουν και πάλι δυνατά, να καταφέρουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να πέσουν με λύσσα επάνω στο ρημαγμένο μυαλό μου, ξεκινώντας την αέναη χειμωνιάτικη πάλη τους, που λαμβάνει χώρα επαναληπτικά τους τελευταίους χειμώνες. Το έπαθλο είναι τα άφταστα. Ο σκοπός της μάχης είναι πόσο μακριά μπορεί να είναι αυτά που επιθυμώ και δεν καταφέρνω να φτάσω. Κι αν ήμουν τουλάχιστον αλεπού, θα κατάφερνα να τα κάνω κρεμαστάρια, να κρεμώ τις αναμνήσεις τις καλές με σιγουριά και να πλάθω ιστορίες με καλό τέλος, από το συμβατικό, που ποτέ δεν συμπάθησα. Γιατί, τι νόημα έχει η ζωή αν δεν είναι συγκλονιστική?

Χτες το βράδυ, σε ένα τρελό παγανιστικό χορό στον Λυκαβηττό, ο τεράστιος Nick Cave, τελείωσε το τρίτο και τελευταίο ανκόρ της συναυλίας του τραγουδώντας με σιγουριά:
Come on, admit it, babe
It’s a wonderful life
If you can find it

Wonderful Life - Nick Cave & The Bad Seeds

Έτσι, έφυγα από τη συναυλία με τη σιγουριά ότι φέτος τα χειμωνιάτικα φαντάσματα θα ξυπνήσουν ακόμα πιο μανιασμένα και τα βράδια θα με κερνάνε τρόμο και ανασφάλεια, τραγουδώντας παράφωνα το παραπάνω στιχάκι.

Ωστόσο, θα τη θάψω τη μαυρίλα μου για τώρα, σκέφτομαι πόσο υπέροχη ήταν η χτεσινή βραδιά, πόσο τεράστιος είναι ο Cave και ότι έπαιξε το τραγούδι-παραγγελιά που σιωπηρά τραγουδούσα καθώς ανέβαινα στον Λυκαβηττό για την συναυλία. Bonus track: Cannibal’s Hymn (click to download), από τον τελευταίο δίσκο Abbatoir Blues-The Lyre of Orpheus Disc.

Για εισαγωγή είπε ότι το επόμενο τραγούδι είναι για έναν άντρα που προσπαθεί να ρίξει μια κοπέλα χρησιμοποιώντας «λοξά» λόγια, ενώ όταν τελείωσε είπε ότι είναι το αγαπημένο του τραγούδι. Κι εμένα, φώναξα.


You have a heart and I have a key
Lie back and let me unlock you
Those heathens you hang with down by the sea
All they want to do is defrock you
I know a river, where we can dream
It will swell up, burst it's banks,
babe, and rock you
But if you're gonna dine with them cannibals
Sooner or later, darling, you're gonna get eaten
But I'm glad you've come around
here with your animals
And your heart that is bruised but unbeaten
And beating like a drum

I will sit like a bird on a fence
Sing you songs with a happy ending
Swoop down and tell you that it don't make sense
To attack the very thing you're defending
Didn't I just buy that dress for you?
That pink paper pinafore that you keep mending
Well, if you're gonna dine with the cannibals
Sooner or later, darling, you're gonna get eaten
But I'm glad you've come around
here with your animals
And your heart that is banging and beating
And banging like a gong

I can see that they've hurt you, dear
Here is some moonlight to cloak us
And I will never desert you here
Unpetaled among the crocus
Allow me, my love, to allay your fear
As I swim, in and out of focus
But if you're gonna dine with the cannibals
Sooner or later, darling, you're gonna get eaten
But I'm glad you've come around
here with your animals

And your heart that is bruised but bleating
And bleeding like a lamb
Banging like a gong
Beating like a drum

20.9.06

Την έχω δει ποιήτρια

Την έχω δει ποιήτρια... Μούσα μου ο Μπουκόφσκι, βοηθάνε οι συνθήκες: Βρίσκομαι σε ένα φτηνό ξενοδοχείο (όχι τόσο τρώγλη όσο του Μπουκόφσκι βέβαια, αν και εκεί θα ήταν καλύτερα, εκτός ίσως από τις κατσαρίδες... δε τα έχω τα έντομα, ειδικά αν περπατάνε πάνω μου, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), πίνω κόκκινο κρασί (βούτηξα το μπουκάλι από το lunch break, καθώς και άλλο ένα λευκό τα οποία έχω περιθώριο να τα πιω μέσα σε δύο ώρες, πράγμα που σημαίνει ότι δε θα μου φτάσουν...), ακούω κλασσική μουσική (Διάφανα Κρίνα, και System of a Down, κλασσικά για μένα, και πιο συγκεκριμένα Λιώνοντας μόνος, και Sugar, ταιριάζουν στην περίσταση, «που βρέθηκα, πως με θωρούν χιλιάδες μάτια, κανένα φως κραυγές μονάχα» και μάλιστα σε σπαστά αγγλικά, «the kombucha mushroom people, sitting around all day, who can believe you (δις), let your mother pray», καθόμαστε όλοι σαν μαλάκες και τι λέμε??? Ότι να ναι, και δεν έχει και πλάκα....) μπορεί να μην έχω γραφομηχανή, αλλά έχω το laptop και έχω μια επιθυμία να γράψω.

Καμία σχέση θα μου πείτε, και θα έχετε και δίκιο. Δεν είναι αυτό που έχει σημασία, σημασία έχει να μπορείς να κοιτάς κάθε κατάσταση ανάποδα, σαν να τη βλέπεις μέσα από τον καθρέφτη και εκεί μπορεί να συμβούν δύο πράγματα: ή θα έχει πλάκα, που είναι άλλωστε ο σκοπός όλης της σκέψης, ή θα είναι γεμάτο φαντάσματα. Και δε μιλάω για τα αγαπημένα μου μοβ φαντασματάκια, και ειδικά αυτό που με αγκαλιάζει όλη την ώρα και με αγαπάει ενώ εγώ το παίζω ορθολογίστρια και λέω δεν υπάρχουν φαντάσματα, μόνο αυτά που βλέπεις τα ηλίθια πρωινά που ξυπνάς να πας για δουλειά. (Και ήρθε η ώρα να αντιγράψω λίγο από την Μούσα μου) Έτσι κι αλλιώς είμαστε ένας υπερ-πληθυσμός κουράδων, που πλέουμε ανέμελα στο κανάλι της ζωής (αυτό μου θυμίζει το mainstreaming, αλλά επίσης είναι μια άλλη ιστορία και μάλιστα βαρετή). Σκατούλες ή καλύτερα κουράδες που αντιμετωπίζουν τις άλλες κουράδες σαν να είναι κουράδες ενώ το παίζουν ανώτερες κουράδες. Γαμώ. Αυτή είναι διατύπωση, όχι μαλακίες...

Επίσης, θέλω να ενημερώσω γενικά τον κόσμο ότι την έχω δει κουράδα με τάση πολυτέλειας, κι εκτός του καπνού μου καπνίζω και Davidoff μαύρα, γιατί είναι και πολύ γκλαμουριά, να πούμε, και την έχω δει κι εγώ κάπως και πρέπει να βρω τρόπους να εξηγήσω τα ψυχωτικά όνειρά μου και να μου περάσουν οι τύψεις που κατέστρεψα τις διακοπές ενός potential γκόμενου, ο οποίος όχι μόνο δε πέρασε το τεστ (ακούσιο και μάρτυς μου ο θεός που δεν υπάρχει ή αν υπάρχει δεν ασχολείται μαζί μας) αλλά με ξενέρωσε δις, όταν τα γυμνάσια τα πήρε κατάκαρδα και με έκραξε με υπερβολικά μεγάλα ΚΡΑ... Το άξιζα, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Και μην αρχίσω να μιλάω για το καλοκαίρι που τελείωσε και τη μέρα που μικραίνει, τα λινά που δε φοράω και που δεν είμαι μονίμως ξυπόλητη σαν γυφτάκι με κατάμαυρες πατούσες....

Σημασία έχει ότι τίποτα δεν έχει σημασία από αυτά που σκέφτομαι, ως κουραδίτσα που ξύνεται μπροστά από ένα εταιρικό laptop σε ένα νορμάλ ξενοδοχείο, στην όμορφη Θεσσαλονίκη, έχοντας βουτήξει και τιμήσει 2 μπουκάλια κρασί (ένα λευκό κι ένα κόκκινο) περιμένοντας να πάει με τις υπόλοιπες κουραδίτσες για το επίσημο (my ass) social dinner….

Update (ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και μια γουλιά λευκό κρασί μετά) Το καλό με μένα είναι ότι όταν πίνω και γίνομαι «καλά» δε φαίνομαι διαφορετική από ότι όταν δεν έχω πιει, αλλά είμαι σαφώς χαρούμενη, το οποίο είναι σούπερ, αλλά το κακό είναι ότι η κοινωνικότητά μου μηδενίζεται, με αποτέλεσμα αν δε γουστάρω κάποιος να μου μιλήσει, καλύτερα να μη μου μιλήσει γιατί και το bitchy το έχω εξίσου καλά με τα της νεράιδας. Το πρόβλημά μου είναι ότι σε λίγη ώρα πρέπει να πάω για φαγητό με όλους αυτούς τους περίεργους/ες τύπους/ες που δεν με νοιάζει κι ιδιαίτερα ποιοι είναι ή τι κάνουν.... και πρέπει να είμαι ευγενική (....) χαμογελαστή (...) ευπροσήγορη (???!!!!) κλπ. Με λίγα λόγια, νομίζω ότι θα είχα μια αρτιότατη καριέρα ως ηθοποιός αφού τα καταφέρνω καλά στο να δείχνω άλλα από αυτά που νιώθω σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, ενώ ως φυσιολογικός άνθρωπος, δηλαδή εκτός δουλειάς, αν είμαι μανουριασμένη το δείχνω εξίσου καλά όσο και όταν είμαι και χαρούμενη (πιωμένη ή όχι). Αυτά.


Update #2: Δε το γλιτώνω το αλκοολίκι... Δεν έγινα αλκοολική όταν δούλευα σε μπαρ και θα γίνω τώρα, που έχω μια πολύ αξιοζήλευτη εργασία....


Update #3(μια βόλτα, ένα social dinner και ακόμα ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, αργότερα): We ‘re the bad eggs, the really bad eggs, drink up me hearties YO HO!!!!


NOW BRING ME THAT HORIZON

18.9.06

Βροχή

Μια νύχτα θα κάνουμε μια μεγάλη σκέψη, αλλά δε πρέπει να τη πούμε πουθενά (είναι η μόνη δικαιοσύνη) ύστερα θα βγούμε στους δρόμους, θα βρέχει κι η βροχή έχει κι εκείνη την ιδιωτική της ζωή, ενώ εμείς δεν είχαμε, θα αργοπορήσουμε σε ένα φαρμακείο μιας κι είμαστε θνητοί κι αφού οι ουρανοί γνωρίζουν την αθωότητά μας, τέλος, όπως θα ξημερώνει, θα χτυπήσουμε την πόρτα του σπιτιού μας, αλλά κανείς δε μας γνωρίζει – είναι απίστευτο σαν τις μεγάλες μέρες που ζήσαμε. Αντίο, λοιπόν. Ας ανοίξουμε την ομπρέλα μας κι ας προσπεράσουμε βιαστικά

το τέλος μιας εποχής.


Τάσος Λειβαδίτης
Ο τυφλός με τον λύχνο

10.9.06

ήρεμα βλάκα*

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
είτε
κάθεσαι μπροστά από μια πρέσα όλη μέρα είτε
γυρνάς σπίτι
πτώμα απ' το εργοστάσιο χαρτόκουτων
για να βρεις
τρία πιτσιρίκια να πετάνε βρώμικες μπάλες του τένις
στους τοίχους ενός
δυαριού και τη
χοντρή γυναίκα σου να κοιμάται ενώ
καίγεται το φαγητό.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
που επικρατεί σε έθνη με
πυρηνικά αποθέματα αρκετά ν'
ανατινάξουν το κέντρο της
γης
και να ελευθερώσουν τελικά
τον Διάβολο
τον Ίδιο
που ξερνάει την κόκκινη φωτιά του υγρού
ολέθρου.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
καθώς διαστέλλονται και σπάνε
οι τοίχοι του τρελάδικου
και τρομοκρατημένοι οι παράφρονες
πλημμυρίζουν τους
άγριους δρόμους.

πρέπει να δέχεσαι την τρομερή
πραγματικότητα
.


Τσαρλς Μπουκόφσκι, Η λάμψη της αστραπής πίσω από το βουνό

*note to self

25.8.06

Τελευταία επιθυμία

Θάλασσες που πάνε μακριά, κανείς ποτέ να μη τις φτάσει
Τα μυστικά τους το βράδυ που παγώνει ο καιρός γίνονται φωτιά
Σε σένα δεν έχω αφήσει τίποτα να με θυμάσαι. Έγινα θάλασσα και πάω μακριά
Κουκίδα μικρή στη φαντασία σου, ούτε τη βλέπεις ούτε την αναζητάς
Για αυτό μπορώ ακόμα να ελπίζω
Μια στιγμή προσοχής και η θάλασσα γίνεται γκρίζα
Προσοχή στη κουκίδα που παραφυλάει στην ομίχλη της φαντασίας σου
Ούτε σαν όνειρο είχα επιτυχία ποτέ, μα κρατάω σφικτά τα δάκρυα από τους εφιάλτες σου,
Μικρά φυλακτά για να θυμάμαι ότι σε έχω αφήσει κάπου εκεί
Μικροί στεναγμοί, πικρά φιλιά, η αλμυρή σου ανάσα,
Να μετανιώσω είναι μάλλον αργά, έφυγε η στιγμή της καταλληλότητας για συγνώμες
Υπάρχω, κουκκίδα, απρόσεχτη, κι όμως εκεί κάπου θα με συναντήσεις
Θα με θυμηθείς,
Είμαι η τελευταία σου επιθυμία

22.8.06

Καλοκαίρι χρωμάτων κι αριθμών

Η μυρωδιά του καλοκαιριού που δε λέει να τελειώσει και κάτι αναμνήσεις πορφυρών ήλιων που βουτούν με μανία στη γαλάζια απέραντη θάλασσα, είναι η απόλυτη σκηνοθετική αντίληψη του σκηνικού αυτού του καθυστερημένου αυγουστιάτικου καύσωνα. Με τέτοιες εικόνες δε φοβάμαι κανένα χειμώνα, η ζέστη έχει φωλιάσει στη καθαρή ψυχή μου και δε λέει να σταματήσει η αίσθηση «ραστώνη του απομεσήμερου» με τίποτα.

Παράξενοι ήχοι, τραγούδια παραζεσταμένων τζιτζικιών, φευγαλέα όνειρα με κλειστά μάτια ξαπλωμένα στην αμμουδιά, δε με πειράζει που περνάει ο χρόνος. Αυτή η ύπουλη εφεύρεση του ανθρώπου, άλλη μια εξουσία, άλλη μια τιμωρία για τους ανυπότακτους στο επιθυμητό χρονοδιάγραμμα. Η ιστορία μου δεν έχει χρόνο ούτε και αντιδράσεις που αναλογούν σε συγκεκριμένη χρονολογία γέννησης. Οι αριθμοί περνούν πιασμένοι χέρι-χέρι μπροστά από τα μάτια μου, αλλάζοντας σχέδια και χρώματα, με υποχρεώνουν να τους κοιτάζω, αλλά εγώ τους κοροϊδεύω: δεν τους παίρνω στα σοβαρά και απλώς κάνω τις πράξεις μου ήσυχα. Το έντεκα είναι δύο ερωτευμένα ένα.

Αγκαλιασμένα τα χρώματα ξεδιπλώνουν άλλο χορό δίπλα σε αυτόν που ρυθμικά ακολουθούν οι αριθμοί. Το ένα πρέπει να φέρνει σε γαλάζιο, το δύο είναι κίτρινο, το τρία είναι πορτοκαλί, το τέσσερα κατακόκκινο, το πέντε βαθύ μπλε, το έξι καφέ, το εφτά μωβ-μελιτζανί, το οκτώ ροζ, το εννιά κόκκινο κι αυτό, στο πιο κεραμιδί του. Αν με ήξερες λίγο αμέσως θα καταλάβαινες ότι το εφτά είναι ο αγαπημένος μου αριθμός. Το κόλλημά μου. Παντού αναζητώ τη φωτιά του σκοτεινού μωβ, το μαγκουράκι του εφτά, μπορεί να με βοηθήσει να περάσω και τον πιο δύσβατο δρόμο, στα μονοπάτια της αριθμολάγνας φαντασίας μου. Εγώ, η αριθμοφοβική.

Και φυσικά το μηδέν. Το χρώμα του είναι το απόλυτο λευκό φως, αυτό που περιέχει όλα τα χρώματα. Το μαύρο δεν υπάρχει από μόνο του, είναι κατασκευασμένο από το σύνολο των δέκα αριθμών, ένα προϊόν που τα καταπίνει όλα και τα φτύνει έπειτα σα σκοτάδι πνιγηρό. Με άλλα λόγια, το μηδέν στην αντίθετη παράπλευρη χωροχρονική διάσταση.

Με το σκεπτικό αυτό, ένα πολύχρωμο καλοκαιρινό ηλιοβασίλεμα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια χορωδία αριθμών. Όχι τέτοιων που να αναφέρονται σε χρόνο, ούτε από αυτούς που αναφέρονται σε ποσότητα. Είναι απλά μια διεστραμμένη εικόνα της δημιουργίας χρωματικών συνδυασμών, από τα εννιά βασικά μου. Γύρω από τον ήλιο μαζεμένα τριάρια, πιο πάνω τριάρια που ερωτοτροπούν με τα διπλά, τα διπλά με τη σειρά τους δίνουν τη σκυτάλη στα ένα και καμιά φορά, κάποιο μηδενικό σύννεφο, δίνει στην εικόνα τη λευκότητα του νερού, με την καλοκαιρινή του αμφίεση καθώς παίρνει τον απογευματινό του καφέ στον ουρανό.

Είμαι έτοιμη να παραδοθώ στην λήθη που με ακολουθεί καθώς οι αριθμοί (κλεισμένοι στην παρένθεση τους) χρωματίζουν τα περασμένα μου χρόνια. Σαν πυροτεχνήματα φευγαλέα χρώματα τονίζουν μια τα μάτια μου που χασκογελούν από ανείπωτη ευτυχία, μια τα μαλλιά μου που μάκρυναν πολύ, μια τα πρόσωπό μου που είναι σφιγμένο από την υπερβολική προσπάθεια της υπομονής, μια την πρώτη μικρή ρυτίδα στο μέτωπο, τα μάτια μου, πάλι, που είναι πρησμένα από το κλάμα, τα χέρια μου που σκληραίνουν μέρα με τη μέρα και γίνονται πιο επιτυχημένα γροθιά, όλα μου τα στιγμιότυπα στο πέρασμα του ανθρωπο-δημιούργητου χρόνου, μία πάνω και μία κάτω, λίγο έτσι, λίγο αλλιώς, πάντα με το κεφάλι ψηλά και με την πολύχρωμη -δικής μου εφεύρεσης- αύρας των αριθμών.

17.8.06

Χρόνια πολλά, λοιπόν...

Νεράιδα + 12/8/2006 = 29....

Πολύ δεν είναι αυτό το 29?

Δεν πειράζει, θα το αφήσω. Έτσι κι αλλιώς αυτό το 29 μπορεί να είναι πολλά: 29 ιστοριών, 29 συναυλιών, 29 διακοπών, 29 λυγμών, 29 γέλιων, 29 στοχασμών, 29 ανεκδότων, 29 ονείρων.... Από αυτή την οπτική γωνία τα 29 είναι πολύ λίγα...

Υ.Γ. Μπορεί πέρσι να είχαμε τις Περσίδες για το "party time" μας και να ήταν πιο φαντασμαγορικά τα πράγματα. Φέτος είχαμε όμως πιο καθαρό ουρανό (λέω συνέχεια μπας και το πιστέψω). Θέλω να πω, πολύχρονος Zpi, και του χρόνου κανένας πόλεμος να μη σκοτεινιάζει τη χαρά των γενεθλίων μας.