22.2.07

Περί επισκευής

Εκεί που αμέριμνα "εργάζομαι" στην πολύ (μπλιααααχχχχχ) ενδιαφέρουσα εργασία μου, ακούω ένα κομμάτι που αντιτίθεται πολύ στο σκοτωμένο έρωτα της 14ης Φεβρουαρίου, καθώς και σε αυτόν της 19ης Φεβρουαρίου (ερώτηση: τι τα έχετε τα κινητά αφού δεν τα χρησιμοποιείτε???) (ερώτηση νο2: σε πόσα χτυπήματα το κλείνεις και αφήνεις μια περήφανη αναπάντητη???) και μιλάει για επισκευές... Fix you ή αλλιώς, θα σε φτιάξω εγώ, όσο απειλητικό και αν ακούγεται. Γιατί και εσύ με έχεις φτιάξει και γενικά έχω φτιαχτεί για μανούρες και καβγάδες... Τώρα, θα μου πεις και θα έχεις και δίκιο, το φως τι σχέση έχει με όλα αυτά? Και ο σκοτωμένος έρωτας? Είναι το γαμώτο του κακού timing - γιατί με ξύπνησες πάνω που είχα βυθιστεί στο υπέροχό μου κόμμα - τι σχέση μπορεί να έχω με κάποιον που το αρέσει η Παπαρίζου (for Christ's shake!!!) - γιατί είσαι συνέχεια κροκοδειλιασμένος? - μη με παίρνεις τηλέφωνο αν δεν ξέρεις τι θέλεις να μου πεις και τι θέλεις να ακούσεις - τι γυρεύω εγώ εδώ - πότε θα έρθει το καλοκαίρι να πάω διακοπές γυφτάκι στα κουφονήσια, ξυπόλητη όλη μέρα μόνο με το μαγιώ και την αλμύρα στα μαλλιά μου - έχει έρθει η άνοιξη - θα πάω στην Ολλανδία - βλέπω πάλι παράξενα όνειρα και το θέμα τελικά είναι ποιος άφησε την πόρτα ανοιχτή και πότε επιτέλους κάποιος θα έρθει με τα κατάλληλα εργαλεία για αυτή την επισκευή?

When you try your best but you don't succeed
When you get what you want but not what you need
When you feel so tired but you can't sleep
Stuck in reverse

And the tears come streaming down your face
When you lose something you can't replace
When you love someone but it goes to waste
could it be worse?

Lights will guide you home
and ignite your bones
And I will try to fix you

High up above or down below
when you're too in love to let it go
but If you never try you'll never know
Just what your worth

Lights will guide you home
and ignite your bones
And I will try to fix you

Tears streaming down your face
When you lose something you cannot replace
Tears streaming down your face and I

Tears streaming down your face
I promise you I will learn from my mistakes
Tears stream down your face and I

Lights will guide you home
And ignite your bones
And I will try to fix you

Fix You - Coldplay

12.2.07

Kανονικότητες

Μπορεί μέσα σε ένα κανονικό βράδυ παρασκευής να γυρίσει ο κόσμος τούμπα και ανάποδα. Μπορεί κανείς να ανταλλάξει πολύ βαριά λόγια με έναν φίλο-αδερφό, τόσο βαριά που να πονάνε για χρόνια, κι έπειτα να φιλοξενήσει κάποιο παιδικό έρωτα, που πρόσφατα ξαναβρέθηκε στο δρόμο του, άγνωστο πως, άγνωστο γιατί, άγνωστος επίσης, ο τρόπος εισβολής στη καρδιά σκέψεων που είχαν πάψει να υφίστανται από καιρό.

Ναι, έχει γυρίσει ο κόσμος τούμπα και ανάποδα. Ναι, πονάω ακόμα πιο πολύ. Ναι, σχεδίασα στο μέτωπό μου μια πεντάλφα, έβαλα ένα μαύρο μακρύ φόρεμα και άφησα τα μαλλιά μου λυτά και βγήκα στο δρόμο το Σάββατο το βράδυ. Τριγύριζα στους φωτεινούς δρόμους του κέντρου, στους σταθμούς του μετρό, περιφέροντας επιδεικτικά μια θυμωμένη και λυπημένη φάτσα και τρόμαζα το κόσμο που δεν έχει αντιληφθεί ότι είναι απόκριες. Ή που φοβάται να αντιληφθεί ότι υπάρχουν θλιμμένες νεράιδες, χρόνια βουτηγμένες στο πόνο, σε ένα πόνο που ταξιδεύει από το πουθενά και έρχεται θριαμβευτικά να κατοικήσει στη ψυχή.

Μέσα σε μία Παρασκευή βράδυ, σε μια θλιβερή πριβέ γιορτή σε ένα λόφο αντιμέτωπη με τον βοριά, τα σκληρά σύννεφα και τις απειλητικές ψιχάλες, σε μια βόλτα μαύρη, σε ένα ηλίθιο μασκέ πάρτυ που βρέθηκα με το ζόρι, σε μια Κυριακή γεμάτη ελπίδες, φόβους, απώλεια, στενοχώρια, βροχή και υγρασία, χάθηκα και ξαναβρέθηκα εκεί ακριβώς που είχα σταματήσει, στο υπέροχο πουθενά μου, υπάρχοντας με τον ίδιο τρόπο που ανασαίνω πάντα, με τη καρδιά να τρέχει σε σκέψεις μακρινές και ύστερα να έρχεται τρέχοντας να κρυφτεί στη σιγουριά του μυαλού, ο ορθολογισμός είναι το μόνο που με κρατάει πια.

Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα ένιωθα τέτοια χαρά που ζω αυτή την ηλίθια ζωή, αυτή την φρικτή ρουτίνα και την απελπιστική καθημερινότητα. Ανακούφιση, ειδικά τώρα που έχει γυρίσει ο κόσμος ανάποδα και τούμπα και δε μπορώ να διαχειριστώ καμία κατάσταση. Δεν ξέρω πόσοι καημοί με αναζητούν ακόμα, μου φαίνεται ότι είναι αρκετοί, καιροφυλακτούν προσπαθώντας να βρουν την κατάλληλη πρόφαση να δείξουν τα χαλασμένα δόντια τους και το αναπόφευκτο για μένα, σχέδιό τους.

Το τελευταίο σ’ αγαπώ θα πάει στον μεγάλο μου έρωτα, αυτόν που έχει χαθεί πολλά χρόνια τώρα, όπως και το πρώτο. Σκέφτομαι αυτό, νιώθω σαν να μην έχει περάσει ούτε στιγμή από την πρώτη φορά που ένιωσα το σκίρτημα στην καρδιά μου, άγνωστο πως κι ας έχουν περάσει χρόνια, και μια φωνή μου ψιθυρίζει ότι κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ και άλλα δεν αλλοιώνονται ποτέ και φυσικά, ο έρωτας είναι ένας, ο ύστατος παράνομος, που λέει κι ο Τομ Ρόμπινς, και δε σε ρωτάει ούτε και δίνει σημασία στον επικείμενο θάνατο ένα θλιβερό πρωί σε μια λάθος στροφή, στην εκπλήρωση ή στην αμοιβαιότητα των συναισθημάτων. Κατά κανόνα, οι μεγάλοι έρωτες κρύβουν τους πιο μεγάλους πόνους, άγνωστο γιατί, και άσχετο αν είναι εκπληρωμένοι ή αμοιβαίοι.

Ο ίδιος ορθολογισμός που με σώζει, με καταστρέφει απαιτώντας απαντήσεις σε ερωτήσεις όπως: πως μπορεί να μην εξασθενεί το αρχικό συναίσθημα μετά από τόσα χρόνια, μετά από τον θάνατο? Πως μπορεί να έρχεται στη ζωή μου ξαφνικά ο πρώτος μου παιδικός έρωτας, ο προ εικοσαετίας, και να ερωτοτροπεί ξεδιάντροπα με την εύθραυστη κι ετοιμόρροπη ευαισθησία μου? Τι θέλει από τη ζωή μου, όταν την ίδια στιγμή έρχεται να με βρει και αμέσως με ακυρώνει γειώνοντας κάθε ελπίδα ότι αυτές οι όμορφες στιγμές μπορούν να εξελιχθούν και να ακολουθήσουν μια πορεία? Τι γυρεύω εγώ μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό? Γιατί με φοβάται? Επειδή μιλάω συνέχεια για νεράιδες και δε πιστεύω στο θεό του? Τι μου διαφεύγει? Τι κάνω λάθος? Τι θέλω να γίνει? Τι θα γίνει? Τι θα κάνω? Πόσα ερωτηματικά χωράνε σε μια λευκή σελίδα? Θέλω απαντήσεις? Κι αν ναι, τι ύφος θέλω αυτές να έχουν? Ήρθε πράγματι να με δει μετά από ενάμιση μήνα? Ήταν πράγματι αυτός που του μαγείρεψα, που τα ήπιαμε, που είδαμε μαζί ταινία και μου έδωσε το χέρι του να το χαϊδέψω? Μήπως ήταν όλα μια ψευδαίσθηση? Και ήρθε όντως να δει εμένα, ή απλά έτυχε γιατί συνέτρεχαν άλλοι και προφανώς ηλίθιοι λόγοι που το έφεραν στην γειτονιά μου? Με σκέφτεται? Θα τον ξαναδώ? Φταίνε τα χιλιόμετρα που μας χωρίζουν? Φταίει ότι δεν πιστεύει πια στον έρωτα? Φταίει που δεν είμαι ικανή να αφήσω αχαλίνωτη την επιθυμία μου και να τρέξω να τον βρω? Μα, αν ήθελε δεν θα ήταν εδώ, κοντά μου χωρίς αμφιβολίες, συμβάσεις και απωθημένα?


Ότι είναι να γίνει θα γίνει
και δε θα γλιτώσει κανείς.

9.2.07

ΚΠΚΚΠ...

means:
Κανένας
Πούστης
Και
Καμία
Πουτάνα



Μπορείτε να πάτε να ψοφήσετε κάπου παραπέρα αγαπητοί μου κανίβαλοι. Δεν έχω καμία όρεξη να εξηγώ τα ίδια και τα ίδια... Χίλιες φορές να ψοφήσω μόνη μου παρά να ανέχομαι ανθρώπους που θέλουν μόνο να επιβεβαιώσουν τον ηλίθιο εγωισμό τους και δε μου φέρονται καλά και ξηγημένα όπως τους φέρομαι.


I'm disinclined to acquiesce to your request.
Means "NO".

28.12.06

...

Ποτέ δε κατάλαβα τι ψάχνω πίσω από τους καπνούς κρυμμένη, θαμμένη κάτω από δύο εκατοστά αλκοόλ στο ποτήρι που δεν αδειάζει ποτέ. Ούτε τα βλέφαρα κλείνουν, κοιτούν ορθάνοιχτα τα μάτια τη περίτρανη απουσία σου, χρόνια τώρα, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς πενθώ, μάλλον το κορμί μου που έχει μείνει στην άκρη ανέραστο χωρίς την εθιστική μυρωδιά σου που καμιά μυρωδιά στον κόσμο μέχρι αυτή τη στιγμή (αυτή εδώ τη μικρή άστοχη στιγμή) δε συγκρίνεται...

Τι άλλο να σκεφτώ στο ίδιο μαγαζί που άλλαξαν τα χρόνια μου και απέρριψα τα μπαρ από μέσα και τώρα πόσο μου λείπει η μελαγχολία της barwoman: θα μπορέσω ακόμα μια φορά έξοχα να πεθάνω ανάμεσα σε γνωστούς μου τόσο άγνωστους θαμώνες. Ένας γνωστός άγνωστος θάνατος, μέσα στο ποτήρι κολυμπώ του θανατερού τζιν και τη νύχτα αυτή το ξέρω θα γίνω πολλά μικρά κομμάτια, πάντα θλιμμένη χωρίς να ξέρω γιατί, αυτή τη τρελή χαρά του να υπάρχω μου φέρνει δάκρυα στα μάτια και δε μπορώ να πείσω τον εαυτό μου ότι την αντέχω τέτοια χαρά. Έτσι μάλλον δε το γλιτώνω το ουρλιαχτό, θα ξεσηκώσω τα πάντα με την ηλίθια και άσχημη φωνή μου

MERRY FUCKING CHRISTMAS AND A HAPPY FUCKING NEW YEAR

30.11.06

Σ' αγαπώ και μου λύπης

Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει. Ο ήλιος θα είναι ψηλά, το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο, ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια και τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορφους άντρες. Ένα σπίτι δε θα είναι ποτέ η χώρα μας, μια πόλη ποτέ η μάνα μας. Θα μοιράζουμε τα πάντα και πάντα θα κλέβουμε, θα υποσχόμαστε να γίνουμε καλύτεροι και θ’ αποστρέφουμε το κεφάλι.
[...]
Θα διώχνουμε τα φαντάσματα μα εκείνα θα μας υπενθυμίζουν το ναυάγιο της ενηλικίωσης και τους καθοριστικούς έρωτες. Θα κλαίμε και θα γελάμε. Θα γελάμε με αυτά που κλαίμε και θα κλαίμε με αυτά που γελάμε.
[...]
Θα φεύγουμε από τα δύσκολα και θα επιστρέφουμε όταν θα είναι πιο δύσκολα ακόμη. Θ’ αρνιόμαστε να πούμε τέλος, πόσο μάλλον να το πιστέψουμε. Θα ερωτευόμαστε μόνο για μια βραδιά και θ’ αγαπούμε για όλες τις βραδιές. Θα είναι πάντα δύσκολο, θα είναι πάντα εύκολο και θα ήμαστε πάντα εκεί.
[...]
Θα σου διαβάζω ποιήματα και θα αποκοιμιέσαι, θα με θες δίπλα σου κι εγώ θα σου λέω «Άλλο ένα αγάπη μου» και ύστερα θα έρχομαι. Θα είναι Κυριακή και θα σιχαινόμαστε να πάμε τη Δευτέρα για δουλειά. Θα φοβάσαι μην αργήσω, θα σου λέω, «Τους έχω γραμμένους».
[...]
Θα προχωράει η ιστορία, θ’ αδυνατείς να τη καταλάβεις, θα τη παρατάς και ύστερα θα τη ξαναπιάνεις, θα τη τελειώνεις και θα γεννούνται μυριάδες ερωτήματα, σε μερικά θα απαντάς, σε άλλα όχι. Θα ‘χεις φτάσει τριάντα χρονών και θα σου αρέσουν για πρώτη φορά τα παραμύθια, θ’ αναρωτιέσαι γιατί, θα τα διαβάζεις με μανία, θα λες πως πρέπει να μην υπήρξες ποτέ παιδί.
[...]
Θα συνθηκολογούμε για λίγους μήνες και ύστερα θα τα παρατάμε, γιατί πρέπει να τα παρατάμε αλλιώς θα ξοφλήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε. Θα μας ρωτάνε και δε θα ξέρουμε τι ν’ απαντήσουμε, θα απαντάμε και θα σαστίζουν με τα λόγια μας. Θα φοράμε μαύρα το χειμώνα και κόκκινα με λευκά το καλοκαίρι.
[...]
Θα διαβάσουμε μια νύχτα τα κιτάπια μας και θα αποφασίσουμε να χαθούμε. Θα χαθούμε. Μακριά, για πάντα. Ο ήλιος θα είναι ψηλά και το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο. Ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια, τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορφους άντρες. Θα είμαστε δυο κόκκοι άμμου στην άκρη του κόσμου. Κι όλα θα τελειώνουν κι όλα θα ξαναρχίζουν. Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει.....


Γιάννης Ζελιαναίος


Όλο το κείμενο θα το βρείτε εδώ

21.11.06

Παιδικό

Βρήκες το μολύβι, το χαρτί
έπιασες κι αράδιασες λέξεις
που κλείνουν μέσα τους
λύπη, μοναξιά, αγανάκτηση, ίσως αγάπη...
Λυπάσαι που χάνεις
μα το «πρέπει» δεν είσαι εσύ
Δε μιλάς με «πρέπει»
Μονάχα μιλάς στο φεγγάρι
του μιλάς
κάθε νύχτα που σε πνίγει η σιωπή
και σε κυκλώνει η μοναξιά σου.

Το λάθος που ψάχνεις δεν υπάρχει.
Δεν υπάρχει κανένας να κατηγορήσεις.
Δεν φταίει τίποτα
που η ζωή σου είναι άδεια
και τα συντρίμμια της μοίρας σου
χάνονται στο ψυχρό αγέρα
έξω από το δωμάτιο
έξω από το σπίτι
πέρα από τη θάλασσα
μακριά από τη φυγή.

Οι παράδεισοι που ονειρεύεσαι
και ο καπνός από αυτό το τσιγάρο
μπερδεύονται στο κόσμο σου
- σε οδηγούν στο χείλος του γκρεμού
σ' εκείνο το μακρινό πλανήτη
που ο ήλιος περιφρονεί.
Αναζητάς το σκοτάδι
να κρύψεις το φόβο,
την ανησυχία, την ίδια σου τη παρουσία.
Έγινες ένας ίσκιος βουβός, μια φιγούρα
μια σκισμένη φωτογραφία
πεταγμένη στα νοτισμένα βότσαλα
μιας ξεχασμένης ακρογιαλιάς.

Κάπου στο πουθενά άφησες την καρδιά σου
κάπου στο παντού περιφέρεται ο ίσκιος σου
κάπου στο γενικά ίσως να υπάρχεις
κι όλα να είναι απλά κακές σκέψεις.
Εσύ έχασες το δικαίωμα στη φαντασία
από τότε
που άφησες την αλυσίδα να σε κυκλώσει
να σε κλείσει.
Κι εκείνο το κυπαρίσσι, το ψηλό,
που ακουμπούσε στον ουρανό
σε κάνει να λες
ότι εσύ δε κάνει να είσαι άνθρωπος...
Να ήσουν απλά ένας γλάρος
να αγκάλιαζες του ορίζοντες
να ακροβατούσες στα αόρατα σκοινιά
που ξεδιπλώνει ο θεός ήλιος τη Δύση...

Όλα σου θυμίζουν ότι είσαι σάρκα και ψυχή
Το σώμα σου αντιδρά
πονάει...
Μια κραυγή
μια απροσδόκητη λάμψη
«βγήκε το φεγγάρι,
είναι στρογγυλό...»
Κλείσε τα μάτια, θα κοιμηθείς.
Δε θα μιλήσεις απόψε
θα αφεθείς στην αγκαλιά του ονείρου
κι ας σε πνίγουν τα πάντα...
Κλείσε τα μάτια
αυτά που φοβούνται, που τρέμουν
σαν αντικρίζουν την αλήθεια.
Σώπα ψυχή
η μιλιά τούτη την ώρα
μοιάζει ανοησία...

Βγήκες, άφησες τους τέσσερις τοίχους.
Χάθηκες από τα βλέμματά τούς
χάθηκες από τις κουβέντες τους,
αυτών που πάντα θα αγαπάς
μα πάντα θα εγκαταλείπεις.
Τους φοβάσαι...
Φοβάσαι πολύ...
Αφήνεις έτσι απλά τον εαυτό σου
να ΚΑΝΕΙ ΛΑΘΟΣ
Δεν έχεις τη δύναμη να κάνεις λάθος...
Δεν μπορείς να κάνεις λάθος...
Άφησες πίσω σου κάτι σα σπασμένο καθρέφτη.
Ξέρεις;
Είναι η καρδιά σου
Πικραμένη, παγωμένη, σπασμένη
Ανήμπορη πια,
ανήμπορη πια,
αντανακλά το μίσος που σε περιβάλλει.
Δε μπορούσε να ακολουθήσει
το λάθος σου...

Όλα είναι ίδια...
Ίδια
νοήματα, τραγούδια, αγάπες
κι είναι μόνο για τους άλλους
τους πολλούς....
Εσύ είσαι οι λίγοι
που βλέπουν να χάνονται τα λεπτά
να φεύγουν οι ώρες, να κυλά ο χρόνος
μοναδική ουσία της ζωής
ο θάνατος...
Φοβάσαι; Φοβάσαι.
Το βλέπω:
διαβάζω αυτά που σκέφτεσαι
και ντρέπεσαι να μοιραστείς
ακόμα και με το φεγγάρι.

Κάθεσαι ακόμα στο ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ παγκάκι
σε εκείνο το ξ ε χ α σ μ έ ν ο πάρκο
που βλέπει στην ξ ε χ α σ μ έ ν η παραλία
τα ξ ε χ α σ μ έ ν α πλοία που βουλιάζουν
στην ξ ε χ α σ μ έ ν η θάλασσα
στον ξ ε χ α σ μ έ ν ο αυτό πλανήτη...

«Ένα τσιγαράκι, ρε φίλε, να το κόψω
να κόψω αυτόν το πονοκέφαλο...»
Το ξέρεις:
δε θα σταματήσει ο πονοκέφαλος
Μόνο που κάποτε το χέρι
θα κουραστεί να γράφει.
Θα πέσει νεκρό και άψυχο
πάνω στο ματωμένο χαρτί.
Να ξέρεις τότε δε θα ξεπλύνεις
την ντροπή με δάκρυα.
Θα είναι αργά...

17/11/1994

22.10.06

Παζλ

Μου λείπει το χαρτί και το χρώμα, ένα μόνο χρώμα για φωτίσω τη στιγμή, να της δώσω μορφή και αέρινη κίνηση.

Φαντάζει σαν απέλπιδη ύστατη έκκληση ή σαν υπέρμετρη ανάγκη η αναζήτηση του χρώματος. Όλα, έτσι κι αλλιώς, είναι γκρίζα.

Που και που το κλάμα ενός αηδονιού φωτίζει λίγο τη νύχτα και παίρνει να τραγουδά μαζί και η καρδιά. Η ψυχή μπαίνει στον ίδιο χορό, ευφραίνεται, χάνεται σε γλυκές νοσταλγίες. Κι όλα αυτά από το κλάμα.

Υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα εδώ. Απλά μου διαφεύγει. Ξαναγυρνώ, πάω να βρω το χρώμα μου. Είναι σίγουρα βαθύ πορτοκαλί, αυτό του ήλιου του καλοκαιρινού που σιγοσβήνει στη θάλασσα. Πορτοκαλί σαν το αγαπημένο χρώμα των τρελών. Όταν το βρω θα σκίσω από τη ζωή μου ένα χαρτί και θα το γεμίσω σημειώσεις. Να μη ξεχάσω ότι πρέπει να θυμάμαι ποιο είναι το σημείο που έχω ξεμείνει παρανοϊκή και αμετάκλητα ανυπόμονη.

Σημείωση Νο1: Πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει, κι ας λείπουν τα φτερά.
Σημείωση Νο2: Κόσμε, don’t be afraid of your freedom
Σημείωση Νο3: Τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα
Σημείωση Νο4: ΧΑ ΧΑ ΧΟ ΧΟ ΧΙ ΧΙ
Σημείωση Νο5: Μείνε ακατανόητος, σκοτεινός και κακόγευστος, αφήνοντας ξωπίσω σου δύσοσμους όγκους σιωπής. ΔΕΙΞΤΟ ΠΩΣ ΔΕ ΜΕΤΑΝΟΙΩΣΕΣ ΑΚΟΜΗ
Σημείωση Νο6: ΒΑΛΤΕ ΝΑ ΠΙΟΥΜΕ ΚΙ ΑΛΛΟ
Σημείωση Νο7: Fuck The System

2.10.06

Πρόσκληση σε γιορτή

Η Magica μαγειρεύει ένα ακόμα καταπληκτικό πάρτυ με σκοπό να γεμίσει τις γειτονιές στο Γκάζι παιδικά χαμόγελα.

Το Χριστουγεννιάτικο Bazaar των Δρόμων Ζωής θα πραγματοποιηθεί και φέτος με Αποστολή μας καλύτερα χαμόγελα! Η γιορτή θα γίνει στις 9 και 10 Δεκεμβρίου και οι ετοιμασίες έχουν ήδη ξεκινήσει.

Είναι χαρά μου να μπορέσω να πάρω μέρος και φέτος στη γιορτή αυτή. Δεν υπάρχει τίποτα συγκρίσιμο με την ομαδική δουλειά που ξεπληρώνεται με αυθεντικά παιδικά χαμόγελα. Εσείς?

23.9.06

Χειμωνιάτικη σκοτεινιά

Ο ήχος της βροχής, η μυρωδιά του γαλλικού καφέ και η ψύχρα ξυπνούν τα χειμωνιάτικα φαντάσματα από τον καλοκαιρινό τους ύπνο. Ξεκινούν να σαλεύουν υπόγεια, κοιτώντας το φθινόπωρο κατάματα με την σιγουριά ότι θα τους δώσει όλο τον απαραίτητο χρόνο να γίνουν και πάλι δυνατά, να καταφέρουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να πέσουν με λύσσα επάνω στο ρημαγμένο μυαλό μου, ξεκινώντας την αέναη χειμωνιάτικη πάλη τους, που λαμβάνει χώρα επαναληπτικά τους τελευταίους χειμώνες. Το έπαθλο είναι τα άφταστα. Ο σκοπός της μάχης είναι πόσο μακριά μπορεί να είναι αυτά που επιθυμώ και δεν καταφέρνω να φτάσω. Κι αν ήμουν τουλάχιστον αλεπού, θα κατάφερνα να τα κάνω κρεμαστάρια, να κρεμώ τις αναμνήσεις τις καλές με σιγουριά και να πλάθω ιστορίες με καλό τέλος, από το συμβατικό, που ποτέ δεν συμπάθησα. Γιατί, τι νόημα έχει η ζωή αν δεν είναι συγκλονιστική?

Χτες το βράδυ, σε ένα τρελό παγανιστικό χορό στον Λυκαβηττό, ο τεράστιος Nick Cave, τελείωσε το τρίτο και τελευταίο ανκόρ της συναυλίας του τραγουδώντας με σιγουριά:
Come on, admit it, babe
It’s a wonderful life
If you can find it

Wonderful Life - Nick Cave & The Bad Seeds

Έτσι, έφυγα από τη συναυλία με τη σιγουριά ότι φέτος τα χειμωνιάτικα φαντάσματα θα ξυπνήσουν ακόμα πιο μανιασμένα και τα βράδια θα με κερνάνε τρόμο και ανασφάλεια, τραγουδώντας παράφωνα το παραπάνω στιχάκι.

Ωστόσο, θα τη θάψω τη μαυρίλα μου για τώρα, σκέφτομαι πόσο υπέροχη ήταν η χτεσινή βραδιά, πόσο τεράστιος είναι ο Cave και ότι έπαιξε το τραγούδι-παραγγελιά που σιωπηρά τραγουδούσα καθώς ανέβαινα στον Λυκαβηττό για την συναυλία. Bonus track: Cannibal’s Hymn (click to download), από τον τελευταίο δίσκο Abbatoir Blues-The Lyre of Orpheus Disc.

Για εισαγωγή είπε ότι το επόμενο τραγούδι είναι για έναν άντρα που προσπαθεί να ρίξει μια κοπέλα χρησιμοποιώντας «λοξά» λόγια, ενώ όταν τελείωσε είπε ότι είναι το αγαπημένο του τραγούδι. Κι εμένα, φώναξα.


You have a heart and I have a key
Lie back and let me unlock you
Those heathens you hang with down by the sea
All they want to do is defrock you
I know a river, where we can dream
It will swell up, burst it's banks,
babe, and rock you
But if you're gonna dine with them cannibals
Sooner or later, darling, you're gonna get eaten
But I'm glad you've come around
here with your animals
And your heart that is bruised but unbeaten
And beating like a drum

I will sit like a bird on a fence
Sing you songs with a happy ending
Swoop down and tell you that it don't make sense
To attack the very thing you're defending
Didn't I just buy that dress for you?
That pink paper pinafore that you keep mending
Well, if you're gonna dine with the cannibals
Sooner or later, darling, you're gonna get eaten
But I'm glad you've come around
here with your animals
And your heart that is banging and beating
And banging like a gong

I can see that they've hurt you, dear
Here is some moonlight to cloak us
And I will never desert you here
Unpetaled among the crocus
Allow me, my love, to allay your fear
As I swim, in and out of focus
But if you're gonna dine with the cannibals
Sooner or later, darling, you're gonna get eaten
But I'm glad you've come around
here with your animals

And your heart that is bruised but bleating
And bleeding like a lamb
Banging like a gong
Beating like a drum

20.9.06

Την έχω δει ποιήτρια

Την έχω δει ποιήτρια... Μούσα μου ο Μπουκόφσκι, βοηθάνε οι συνθήκες: Βρίσκομαι σε ένα φτηνό ξενοδοχείο (όχι τόσο τρώγλη όσο του Μπουκόφσκι βέβαια, αν και εκεί θα ήταν καλύτερα, εκτός ίσως από τις κατσαρίδες... δε τα έχω τα έντομα, ειδικά αν περπατάνε πάνω μου, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), πίνω κόκκινο κρασί (βούτηξα το μπουκάλι από το lunch break, καθώς και άλλο ένα λευκό τα οποία έχω περιθώριο να τα πιω μέσα σε δύο ώρες, πράγμα που σημαίνει ότι δε θα μου φτάσουν...), ακούω κλασσική μουσική (Διάφανα Κρίνα, και System of a Down, κλασσικά για μένα, και πιο συγκεκριμένα Λιώνοντας μόνος, και Sugar, ταιριάζουν στην περίσταση, «που βρέθηκα, πως με θωρούν χιλιάδες μάτια, κανένα φως κραυγές μονάχα» και μάλιστα σε σπαστά αγγλικά, «the kombucha mushroom people, sitting around all day, who can believe you (δις), let your mother pray», καθόμαστε όλοι σαν μαλάκες και τι λέμε??? Ότι να ναι, και δεν έχει και πλάκα....) μπορεί να μην έχω γραφομηχανή, αλλά έχω το laptop και έχω μια επιθυμία να γράψω.

Καμία σχέση θα μου πείτε, και θα έχετε και δίκιο. Δεν είναι αυτό που έχει σημασία, σημασία έχει να μπορείς να κοιτάς κάθε κατάσταση ανάποδα, σαν να τη βλέπεις μέσα από τον καθρέφτη και εκεί μπορεί να συμβούν δύο πράγματα: ή θα έχει πλάκα, που είναι άλλωστε ο σκοπός όλης της σκέψης, ή θα είναι γεμάτο φαντάσματα. Και δε μιλάω για τα αγαπημένα μου μοβ φαντασματάκια, και ειδικά αυτό που με αγκαλιάζει όλη την ώρα και με αγαπάει ενώ εγώ το παίζω ορθολογίστρια και λέω δεν υπάρχουν φαντάσματα, μόνο αυτά που βλέπεις τα ηλίθια πρωινά που ξυπνάς να πας για δουλειά. (Και ήρθε η ώρα να αντιγράψω λίγο από την Μούσα μου) Έτσι κι αλλιώς είμαστε ένας υπερ-πληθυσμός κουράδων, που πλέουμε ανέμελα στο κανάλι της ζωής (αυτό μου θυμίζει το mainstreaming, αλλά επίσης είναι μια άλλη ιστορία και μάλιστα βαρετή). Σκατούλες ή καλύτερα κουράδες που αντιμετωπίζουν τις άλλες κουράδες σαν να είναι κουράδες ενώ το παίζουν ανώτερες κουράδες. Γαμώ. Αυτή είναι διατύπωση, όχι μαλακίες...

Επίσης, θέλω να ενημερώσω γενικά τον κόσμο ότι την έχω δει κουράδα με τάση πολυτέλειας, κι εκτός του καπνού μου καπνίζω και Davidoff μαύρα, γιατί είναι και πολύ γκλαμουριά, να πούμε, και την έχω δει κι εγώ κάπως και πρέπει να βρω τρόπους να εξηγήσω τα ψυχωτικά όνειρά μου και να μου περάσουν οι τύψεις που κατέστρεψα τις διακοπές ενός potential γκόμενου, ο οποίος όχι μόνο δε πέρασε το τεστ (ακούσιο και μάρτυς μου ο θεός που δεν υπάρχει ή αν υπάρχει δεν ασχολείται μαζί μας) αλλά με ξενέρωσε δις, όταν τα γυμνάσια τα πήρε κατάκαρδα και με έκραξε με υπερβολικά μεγάλα ΚΡΑ... Το άξιζα, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Και μην αρχίσω να μιλάω για το καλοκαίρι που τελείωσε και τη μέρα που μικραίνει, τα λινά που δε φοράω και που δεν είμαι μονίμως ξυπόλητη σαν γυφτάκι με κατάμαυρες πατούσες....

Σημασία έχει ότι τίποτα δεν έχει σημασία από αυτά που σκέφτομαι, ως κουραδίτσα που ξύνεται μπροστά από ένα εταιρικό laptop σε ένα νορμάλ ξενοδοχείο, στην όμορφη Θεσσαλονίκη, έχοντας βουτήξει και τιμήσει 2 μπουκάλια κρασί (ένα λευκό κι ένα κόκκινο) περιμένοντας να πάει με τις υπόλοιπες κουραδίτσες για το επίσημο (my ass) social dinner….

Update (ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και μια γουλιά λευκό κρασί μετά) Το καλό με μένα είναι ότι όταν πίνω και γίνομαι «καλά» δε φαίνομαι διαφορετική από ότι όταν δεν έχω πιει, αλλά είμαι σαφώς χαρούμενη, το οποίο είναι σούπερ, αλλά το κακό είναι ότι η κοινωνικότητά μου μηδενίζεται, με αποτέλεσμα αν δε γουστάρω κάποιος να μου μιλήσει, καλύτερα να μη μου μιλήσει γιατί και το bitchy το έχω εξίσου καλά με τα της νεράιδας. Το πρόβλημά μου είναι ότι σε λίγη ώρα πρέπει να πάω για φαγητό με όλους αυτούς τους περίεργους/ες τύπους/ες που δεν με νοιάζει κι ιδιαίτερα ποιοι είναι ή τι κάνουν.... και πρέπει να είμαι ευγενική (....) χαμογελαστή (...) ευπροσήγορη (???!!!!) κλπ. Με λίγα λόγια, νομίζω ότι θα είχα μια αρτιότατη καριέρα ως ηθοποιός αφού τα καταφέρνω καλά στο να δείχνω άλλα από αυτά που νιώθω σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, ενώ ως φυσιολογικός άνθρωπος, δηλαδή εκτός δουλειάς, αν είμαι μανουριασμένη το δείχνω εξίσου καλά όσο και όταν είμαι και χαρούμενη (πιωμένη ή όχι). Αυτά.


Update #2: Δε το γλιτώνω το αλκοολίκι... Δεν έγινα αλκοολική όταν δούλευα σε μπαρ και θα γίνω τώρα, που έχω μια πολύ αξιοζήλευτη εργασία....


Update #3(μια βόλτα, ένα social dinner και ακόμα ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, αργότερα): We ‘re the bad eggs, the really bad eggs, drink up me hearties YO HO!!!!


NOW BRING ME THAT HORIZON

18.9.06

Βροχή

Μια νύχτα θα κάνουμε μια μεγάλη σκέψη, αλλά δε πρέπει να τη πούμε πουθενά (είναι η μόνη δικαιοσύνη) ύστερα θα βγούμε στους δρόμους, θα βρέχει κι η βροχή έχει κι εκείνη την ιδιωτική της ζωή, ενώ εμείς δεν είχαμε, θα αργοπορήσουμε σε ένα φαρμακείο μιας κι είμαστε θνητοί κι αφού οι ουρανοί γνωρίζουν την αθωότητά μας, τέλος, όπως θα ξημερώνει, θα χτυπήσουμε την πόρτα του σπιτιού μας, αλλά κανείς δε μας γνωρίζει – είναι απίστευτο σαν τις μεγάλες μέρες που ζήσαμε. Αντίο, λοιπόν. Ας ανοίξουμε την ομπρέλα μας κι ας προσπεράσουμε βιαστικά

το τέλος μιας εποχής.


Τάσος Λειβαδίτης
Ο τυφλός με τον λύχνο

10.9.06

ήρεμα βλάκα*

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
είτε
κάθεσαι μπροστά από μια πρέσα όλη μέρα είτε
γυρνάς σπίτι
πτώμα απ' το εργοστάσιο χαρτόκουτων
για να βρεις
τρία πιτσιρίκια να πετάνε βρώμικες μπάλες του τένις
στους τοίχους ενός
δυαριού και τη
χοντρή γυναίκα σου να κοιμάται ενώ
καίγεται το φαγητό.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
που επικρατεί σε έθνη με
πυρηνικά αποθέματα αρκετά ν'
ανατινάξουν το κέντρο της
γης
και να ελευθερώσουν τελικά
τον Διάβολο
τον Ίδιο
που ξερνάει την κόκκινη φωτιά του υγρού
ολέθρου.

πρέπει να δεχτείς την
πραγματικότητα
καθώς διαστέλλονται και σπάνε
οι τοίχοι του τρελάδικου
και τρομοκρατημένοι οι παράφρονες
πλημμυρίζουν τους
άγριους δρόμους.

πρέπει να δέχεσαι την τρομερή
πραγματικότητα
.


Τσαρλς Μπουκόφσκι, Η λάμψη της αστραπής πίσω από το βουνό

*note to self

25.8.06

Τελευταία επιθυμία

Θάλασσες που πάνε μακριά, κανείς ποτέ να μη τις φτάσει
Τα μυστικά τους το βράδυ που παγώνει ο καιρός γίνονται φωτιά
Σε σένα δεν έχω αφήσει τίποτα να με θυμάσαι. Έγινα θάλασσα και πάω μακριά
Κουκίδα μικρή στη φαντασία σου, ούτε τη βλέπεις ούτε την αναζητάς
Για αυτό μπορώ ακόμα να ελπίζω
Μια στιγμή προσοχής και η θάλασσα γίνεται γκρίζα
Προσοχή στη κουκίδα που παραφυλάει στην ομίχλη της φαντασίας σου
Ούτε σαν όνειρο είχα επιτυχία ποτέ, μα κρατάω σφικτά τα δάκρυα από τους εφιάλτες σου,
Μικρά φυλακτά για να θυμάμαι ότι σε έχω αφήσει κάπου εκεί
Μικροί στεναγμοί, πικρά φιλιά, η αλμυρή σου ανάσα,
Να μετανιώσω είναι μάλλον αργά, έφυγε η στιγμή της καταλληλότητας για συγνώμες
Υπάρχω, κουκκίδα, απρόσεχτη, κι όμως εκεί κάπου θα με συναντήσεις
Θα με θυμηθείς,
Είμαι η τελευταία σου επιθυμία

22.8.06

Καλοκαίρι χρωμάτων κι αριθμών

Η μυρωδιά του καλοκαιριού που δε λέει να τελειώσει και κάτι αναμνήσεις πορφυρών ήλιων που βουτούν με μανία στη γαλάζια απέραντη θάλασσα, είναι η απόλυτη σκηνοθετική αντίληψη του σκηνικού αυτού του καθυστερημένου αυγουστιάτικου καύσωνα. Με τέτοιες εικόνες δε φοβάμαι κανένα χειμώνα, η ζέστη έχει φωλιάσει στη καθαρή ψυχή μου και δε λέει να σταματήσει η αίσθηση «ραστώνη του απομεσήμερου» με τίποτα.

Παράξενοι ήχοι, τραγούδια παραζεσταμένων τζιτζικιών, φευγαλέα όνειρα με κλειστά μάτια ξαπλωμένα στην αμμουδιά, δε με πειράζει που περνάει ο χρόνος. Αυτή η ύπουλη εφεύρεση του ανθρώπου, άλλη μια εξουσία, άλλη μια τιμωρία για τους ανυπότακτους στο επιθυμητό χρονοδιάγραμμα. Η ιστορία μου δεν έχει χρόνο ούτε και αντιδράσεις που αναλογούν σε συγκεκριμένη χρονολογία γέννησης. Οι αριθμοί περνούν πιασμένοι χέρι-χέρι μπροστά από τα μάτια μου, αλλάζοντας σχέδια και χρώματα, με υποχρεώνουν να τους κοιτάζω, αλλά εγώ τους κοροϊδεύω: δεν τους παίρνω στα σοβαρά και απλώς κάνω τις πράξεις μου ήσυχα. Το έντεκα είναι δύο ερωτευμένα ένα.

Αγκαλιασμένα τα χρώματα ξεδιπλώνουν άλλο χορό δίπλα σε αυτόν που ρυθμικά ακολουθούν οι αριθμοί. Το ένα πρέπει να φέρνει σε γαλάζιο, το δύο είναι κίτρινο, το τρία είναι πορτοκαλί, το τέσσερα κατακόκκινο, το πέντε βαθύ μπλε, το έξι καφέ, το εφτά μωβ-μελιτζανί, το οκτώ ροζ, το εννιά κόκκινο κι αυτό, στο πιο κεραμιδί του. Αν με ήξερες λίγο αμέσως θα καταλάβαινες ότι το εφτά είναι ο αγαπημένος μου αριθμός. Το κόλλημά μου. Παντού αναζητώ τη φωτιά του σκοτεινού μωβ, το μαγκουράκι του εφτά, μπορεί να με βοηθήσει να περάσω και τον πιο δύσβατο δρόμο, στα μονοπάτια της αριθμολάγνας φαντασίας μου. Εγώ, η αριθμοφοβική.

Και φυσικά το μηδέν. Το χρώμα του είναι το απόλυτο λευκό φως, αυτό που περιέχει όλα τα χρώματα. Το μαύρο δεν υπάρχει από μόνο του, είναι κατασκευασμένο από το σύνολο των δέκα αριθμών, ένα προϊόν που τα καταπίνει όλα και τα φτύνει έπειτα σα σκοτάδι πνιγηρό. Με άλλα λόγια, το μηδέν στην αντίθετη παράπλευρη χωροχρονική διάσταση.

Με το σκεπτικό αυτό, ένα πολύχρωμο καλοκαιρινό ηλιοβασίλεμα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια χορωδία αριθμών. Όχι τέτοιων που να αναφέρονται σε χρόνο, ούτε από αυτούς που αναφέρονται σε ποσότητα. Είναι απλά μια διεστραμμένη εικόνα της δημιουργίας χρωματικών συνδυασμών, από τα εννιά βασικά μου. Γύρω από τον ήλιο μαζεμένα τριάρια, πιο πάνω τριάρια που ερωτοτροπούν με τα διπλά, τα διπλά με τη σειρά τους δίνουν τη σκυτάλη στα ένα και καμιά φορά, κάποιο μηδενικό σύννεφο, δίνει στην εικόνα τη λευκότητα του νερού, με την καλοκαιρινή του αμφίεση καθώς παίρνει τον απογευματινό του καφέ στον ουρανό.

Είμαι έτοιμη να παραδοθώ στην λήθη που με ακολουθεί καθώς οι αριθμοί (κλεισμένοι στην παρένθεση τους) χρωματίζουν τα περασμένα μου χρόνια. Σαν πυροτεχνήματα φευγαλέα χρώματα τονίζουν μια τα μάτια μου που χασκογελούν από ανείπωτη ευτυχία, μια τα μαλλιά μου που μάκρυναν πολύ, μια τα πρόσωπό μου που είναι σφιγμένο από την υπερβολική προσπάθεια της υπομονής, μια την πρώτη μικρή ρυτίδα στο μέτωπο, τα μάτια μου, πάλι, που είναι πρησμένα από το κλάμα, τα χέρια μου που σκληραίνουν μέρα με τη μέρα και γίνονται πιο επιτυχημένα γροθιά, όλα μου τα στιγμιότυπα στο πέρασμα του ανθρωπο-δημιούργητου χρόνου, μία πάνω και μία κάτω, λίγο έτσι, λίγο αλλιώς, πάντα με το κεφάλι ψηλά και με την πολύχρωμη -δικής μου εφεύρεσης- αύρας των αριθμών.

17.8.06

Χρόνια πολλά, λοιπόν...

Νεράιδα + 12/8/2006 = 29....

Πολύ δεν είναι αυτό το 29?

Δεν πειράζει, θα το αφήσω. Έτσι κι αλλιώς αυτό το 29 μπορεί να είναι πολλά: 29 ιστοριών, 29 συναυλιών, 29 διακοπών, 29 λυγμών, 29 γέλιων, 29 στοχασμών, 29 ανεκδότων, 29 ονείρων.... Από αυτή την οπτική γωνία τα 29 είναι πολύ λίγα...

Υ.Γ. Μπορεί πέρσι να είχαμε τις Περσίδες για το "party time" μας και να ήταν πιο φαντασμαγορικά τα πράγματα. Φέτος είχαμε όμως πιο καθαρό ουρανό (λέω συνέχεια μπας και το πιστέψω). Θέλω να πω, πολύχρονος Zpi, και του χρόνου κανένας πόλεμος να μη σκοτεινιάζει τη χαρά των γενεθλίων μας.

8.8.06

Γαλάζιο

Το γραφείο, τόσο ίδιο και τόσο διαφορετικό από τον υπόλοιπο χρόνο, μοιάζει σαν ντουλάπι που φιλοξενεί το κορμί μου, στημένο στην θέση του μπροστά στο τζάμι, σαν ποτήρι από το καλό σετ της μαμάς. Υπάρχω μόνο ως μορφή. Μπροστά μου ανοιχτός ο υπολογιστής, γράμματα ανεβοκατεβαίνουν στα μάτια μου, όλα χωρίς νόημα, αφού τίποτα δε καταφέρνει να αλλάξει τον ρυθμό των εγκεφαλικών μου κυττάρων: δονούνται ήσυχα αριστερά προς δεξιά κι αντίστροφα, σαν τα κύματα στις κυκλαδίτικες παραλίες που με ξαναγέννησαν, κι ας υπάρχω κάπως έτσι από πάντα.

Η αίσθηση είναι περίπου τέτοια: το καλοκαίρι κρύφτηκε λευκό βότσαλο μέσα στη τσάντα μου, ταξίδεψε στο ήρεμο αιγαίο αργά το βράδυ του Σαββάτου, κι αποβιβάστηκε επιτυχώς στον Πειραιά τα ξημερώματα. Τελικός προορισμός ένα σπίτι ξεχασμένου χειμώνα. Το γιατρικό πέτυχε και το καλοκαίρι μόλις βρέθηκε στο κέντρο του δωματίου, θριαμβευτικά ξεκίνησε τον χορό του, συνοδευόμενο από μουσικές: το τρίξιμο της άμμου, το ελαφρύ ψιθύρισμα του απογευματινού αγέρα κάπου κοντά στο ηλιοβασίλεμα, το κύμα στην άκρη της παραλίας, το πέταγμα του γλάρου, την ανεπαίσθητη μουσική της κρυστάλλινης αύρας στο ξημέρωμα. Το κέντρο της Αθήνας μεταμορφώθηκε σε μια μικρή γαλαζοπράσινη παραλία.

Όλα φαίνονται να παραμένουν ίδια κι όμως η διαφορά είναι εμφανής. Τα μέσα μου δεν ήταν ποτέ έτσι καθαρά. Οι σκέψεις δημιουργούν εικόνες. Οι εικόνες γίνονται καταστάσεις. Το καλοκαίρι ξέρει. Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω κι εγώ. Η μαγεία όλη κρύβεται στο εισιτήριο του πλοίου, ειδικά όταν είναι μονό και συνοδεύεται από μια τσάντα με τα απαραίτητα και την επιταγή ότι όλα τα άλλα θα μείνουν πίσω στο λιμάνι. Επιβίβαση επιτρεπτή μόνο για τα όνειρα.

Έτσι κι έγινε. Σε δύο δόσεις. Πρώτη δόση Κουφονήσι. Θα μπορούσαν να ονομάζονται και Μαγική Αυλή. Τίποτα δε μπορεί να πάει στραβά στα μαγικά τους νερά. Τίποτα δεν μπορεί να ενοχλήσει την ψυχή που ανασαίνει ελεύθερα κάνοντας κύκλους στα μονοπάτια γύρω από το νησί. Ούτε ο δυνατός άνεμος που φέτος μπέρδεψε τους μήνες και άρχισε ξαφνικά να ουρλιάζει μήνα Ιούλιο καταστρέφοντας την αναμενόμενη άπνοια. Μια γιορτή για τις αισθήσεις, ανάταση για τη φαντασία τα άστρα που φεγγοβολούν τα βράδια και ζωντανεύουν τις παιδικές ανησυχίες. Φανταστικός προορισμός με την Κέρο απέναντι ξαπλωμένη νωχελικά να σε κάνει να νιώθεις ότι τίποτα κακό δε θα φτάσει εδώ, τίποτα δε μπορεί να σε πληγώσει.

Δεύτερη δόση, η μαγεμένη Αμοργός. Με τους πετρωμένους γίγαντες και την έντονη ενέργεια που σε περιβάλει και πυρπολεί τη φαντασία όπου κι αν κοιτάξεις. Το απέραντο γαλάζιο κάτω από τα μονοπάτια στις πλαγιές όπου ξεκουράζονται οι αιώνιοι μύθοι. Δεν μπορείς να μου το βγάλεις από το μυαλό ότι οι χριστιανοί έχτισαν σε τυχαία μέρη τις εκκλησίες τους. Η Χοζοβιώτισσα κτισμένη μέσα στον γίγαντα. Τίποτα δε μπορεί να τιθασεύσει τη μαγεία του. Καμία κίνηση θρησκευτικού εξαναγκασμού.

Ένα σύντομο πέρασμα από την Ίο με δύσκολες αισθήσεις. Το νησί δεν αντέχει άλλο τόσο έντονα απαίσιο τουρισμό. Δεν με ήθελε η Ίος φέτος. Αυτή ήταν η μόνη σκέψη μου τις λίγες μέρες μου εκεί. Δεν άντεξα τόση αρνητική ενέργεια να με κυκλώνει από παντού. Δεν άντεξα να βουτήξω στα νερά του Μυλοπότα. Μια πικρή ανάμνηση.

Οι μαγικές κυκλάδες... Με κατακλύζουν εικόνες γαλάζιου, ουρανός και θάλασσα. Άπλετο φως. Βαθιές ανάσες. Κανένας αναστεναγμός. Ευγνωμοσύνη και επιθυμία να επιστρέψω σύντομα.

Τη μικρή αυτή εβδομάδα που παρεμβάλλεται των διακοπών μου, μπορώ να υπομείνω τις χωρίς νόημα λέξεις που περνούν μπροστά από τα μάτια μου, στον υπολογιστή μου, σε ένα γραφείο που με περιέχει μόνο διακοσμητικά. Τα μάτια μου, αν και συνηθισμένα καστανά, μόνο γαλάζιο βλέπουν.



7.7.06

Γεύση καλοκαιριού

Ένα φεγγάρι προσπαθώντας να γεμίσει, χαχανίζει για την επιστροφή του καλοκαιριού. Το βλέπω από το παράθυρό μου να ανηφορίζει και να διαφημίζει περίλαμπρα την αστρική σκόνη τόσων χρόνων χορού γύρω από τη γη. Ο αέρας σταματά τις γκρίνιες και η θερμοκρασία γίνεται και πάλι καλοκαιρινή. Όχι, αγαπητέ βοριά και κυρία καταιγίδα, η θέση σας δεν ανήκει σε αυτή τη χώρο-χρονική στιγμή. Θα προγραμματίσουμε μια συνάντηση τέλος Σεπτέμβρη, και αν τότε πληρείται τις προϋποθέσεις, θα σας καλέσουμε να μας γνωστοποιήσετε τις θέσεις σας περί κρύου, συννεφιάς και λοιπών καταθλιπτικών ατμοσφαιρικών συνθηκών.

Μέχρι τότε, η μόνη επιταγή είναι η κατανάλωση ούζου, κατά προτίμηση κάτω από τον καυτό ήλιο και δίπλα στη θάλασσα. Ούζο γιατί είναι ένα ποτό που δρα άμεσα και καταλυτικά στο μούδιασμα του εγκεφάλου, καυτός ήλιος γιατί ενισχύει τη δράση του μουδιάσματος και θάλασσα για τη δροσιά ανά τακτά χρονικά διαστήματα (από το δεύτερο σερβίρισμα και μετά ανά σερβίρισμα), με βύθισμα όλου του κορμού μόνο στα ρηχά, γιατί το ούζο και γενικά το αλκοόλ δε φημίζονται για την ευεργετική τους συνεισφορά στο κολύμπι.

Το αισιόδοξο σενάριο λέει ότι η θάλασσα αυτή θα βρέχει την παραλία κάποιου κυκλαδίτικου νησιού. Το αισιόδοξο αυτό σενάριο δύναται να πραγματοποιηθεί σε μία εβδομάδα και να διαρκέσει 9 μέρες και (φυσικά) νύχτες.

Όμως τα διλήμματα καιροφυλακτούν: Ίος ή Κουφονήσια, ενοικίαση δωματίου (τσιμεντένιοι τοίχοι και στις διακοπές...) ή camping (είναι ψιλό-ταλαιπωρία...)?

Το τι θα κάνει τελικά η μπερδεμένη νεραϊδούλα θα αποφασιστεί μάλλον τελευταία στιγμή, αφού συμβουλευτεί την πορεία του ανέμου, των άστρων και τα κόκαλα ενός αλανιάρικου κοτόπουλου, μετά από ένα καραφάκι ούζο.

Ούζο όταν πιεις, γίνεσαι ευθύς,
βασιλιάς, δικτάτορας,
Θεός και κοσμοκράτορας

Χάρις Αλεξίου

19.6.06

3:49

Μπροστά στο δανεικό laptop, στο ξενοδοχείο που όλοι κοιμούνται, κάποιοι από αυτούς ήσυχοι, αφού ο συνδυασμός μου με το laptop σημαίνει ότι για αυτούς η αυριανή πολύ δύσκολη μέρα δε θα είναι τόσο δύσκολη, αφού οι περισσότερες εκκρεμότητες έχουν κλείσει... Ώρα 03:49...

2.6.06

Μωβ-μελιτζανί

Το κόκκινο κρασί στο σκοτάδι μοιάζει με ένα μωβ-μελιτζανί, με ένα πηκτό παράξενο χρώμα. Δεν είναι ακριβώς χαρούμενο, αλλά μάλλον μυστήριο. Ιδέα δεν έχω τι μπορεί να συμβολίζει, μου αφήνει πάντως ένα αίσθημα σεβασμού προς το άγνωστο. Κι ίσως μια ελπίδα ότι το άγνωστο είναι συγκλονιστικό. Ότι τίποτα σε εκείνο δεν αδειάζει για χάρη κανενός, δεν ξενερώνει και δεν αφήνει μισές αντιλήψεις ή κανένα χαμένο ενθουσιασμό. Ένα άγνωστο που είναι συγκλονιστικό. Σαν το μωβ-μελιτζανί του κρασιού, όπως λαμπυρίζει στο ποτήρι σε ένα σκοτάδι αποκλειστικά αφιερωμένο στην Παρασκευή και στο Prince μαλακό.

Το ίδιο μωβ καλύπτει τα νύχια μου απόψε. Νιώθω σαν να παίρνω μέρος στο μυστήριο, στο άγνωστο. Φρόντισα να μπογιατίσω και λίγο την διάθεσή μου με ύφος παρασκευής που περιέχει πάρτυ, και μάλιστα με καλοκαιρινούς προσκεκλημένους. Η διαδικασία βαψίματος της διάθεσης είναι λίγο-πολύ ίδια με αυτή των νυχιών. Πολύωρη και βαρετή. Αλλά μετά μπορεί πάντα να σε δικαιώσει το ουζάκι στα γρήγορα στο διπλανό καφενεδάκι, στο κέντρο της αθήνας, με φόντο μια σπιθαμή ελάχιστου γαλανού ουρανού, σερβιρισμένου με μπόλικο καταθλιπτικό μπετόν, ένα φανάρι με μηχανάκια που γουργουρίζουν το τέλος της νηφαλιότητας και μπόλικο καυσαέριο. Ένα γκρι σε πολύ μεγάλη αντίθεση με το μωβ, που δεν έχει ακριβως, αλλά προσπαθεί να σου προσφέρει το ουζάκι στο πεζοδρόμιο.

Περαστικοί κατηφορίζουν βιαστικά δίπλα στα τραπέζια όπου τα παγάκια λιώνουν με τον δικό τους ρυθμό στο ποτήρι. Η βιασύνη των περαστικών είναι ανάλογη της αντοχής του πάγου που κολυμπάει στο ουζάκι και κάνει ότι καλύτερο μπορεί για να το λευκάνει, να του δώσει το χρώμα του σύννεφου που σαν όνειρο πριν τον ύπνο σχηματίζεται κάπως θολά πάνω από το κρεβάτι και περιμένει κάποιον να κοιμηθεί για να κάνει μια εντυπωσιακή εμφάνιση. Ή, σαν το όνειρο που υποβόσκει στον συνειδητό καθενός και ψάχνει να βρεί μια καλή αφορμή να δείξει το πόσο ανίκανο είναι να γίνει πραγματικότητα. Μια προσδοκία για το απροσδόκητο και μια επιθυμία να γυρίσει η γη ανάποδα, να αρχίσει να χορεύει εντελώς αντίθετα από το αιώνιο χορό της.

Μωβ-μελιτζανί διάθεση απόψε, σαν τα φτερά του πήγασου που άνετα σε ταξιδεύουν σε νησιά με πολύ ήλιο και καθαρά νερά, κάπου ίσως στις Κυκλάδες που αρχίζουν να ετοιμάζονται να δεχτούν όλα τα ξεσπάσματα, αφορμή καλοκαιριού. Όλα ίδια και ένα μυστήριο συνάμα.

Κι εγώ, κάπου εδώ που έχω ξεχαστεί κι ελπίζω κάπως να βρεθώ στο μαγικό κόσμο που έχω επιλέξει, γιατί, όπως και να το κάνουμε, αυτός που ζω καθόλου δε μου αρέσει. Έτσι, θα αφήσω τα πάντα στην άκρη απόψε, και θα ντυθώ καλοκαίρι, flower power λινό φορεματάκι και σανδάλια (πάνε τέλεια με μωβ-μελιτζανί νύχια και με το κρασί το κόκκινο στο ποτήρι) ένα μυστήριο βράδυ σαν αυτό, και θα αφήσω τα μαλλιά μου λυτά για να ψιθυρίζουν το δικό μου παραμύθι και να γεμίσουν την ατμόσφαιρα καλοκαιρινά μπάχαλα. Το μεθυστικό λίκνισμα του κόσμου απόψε μπορεί να γίνει χορός και να πάψει πλέον να είναι ίλιγγος, έστω για λίγο, έστω μέχρι να μπορέσω να δω λίγο καθαρά την απέναντι γωνία, εκεί που βρίσκεται το μυστηριακό φως του Ιουνίου και μου υπόσχεται «καλό μήνα» και «καλό καλοκαίρι».