25.10.05

"Running out of time"

Μετά τα πρόωρα κρύα, επέστρεψε ο γλυκός Οκτώβρης με ανοιξιάτικες διαθέσεις. Τουλάχιστον αυτό μπορώ να καταλάβω όπως ζωγραφίζουν αυτό το μεσημέρι οι ακτίνες του ήλιου το κατά τα άλλα γκρίζο κτίριο απέναντι από το γραφείο μου.

Το γραφείο μου παραμένει σταθερά γκρίζο, κυρίως στην αίσθηση, αλλά και στα χρώματα. Το μόνο διαφορετικό χρωματικά εδώ μέσα είναι ο πορτοκαλί μαρκαδόρος που σημειώνω τις τελειωμένες δουλειές στο ημερολόγιό μου, τα κίτρινα post-it και η πορτοκαλο-κόκκινο-λευκή ζακέτα, βελούδινη και ριγέ για να ταιριάζει στην νεραϊδένια μου νοοτροπία.

Ξεχνάω την υπέροχη μέρα έξω, ξεχνάω ότι βρίσκομαι πρακτικά κάτω από την Ακρόπολη και την σούπερ ιδέα (που έξι χρόνια τώρα δεν έχω κάνει ποτέ...) να το σκάσω και να πάω για ούζα. Όχι ούζο. Ούζα. Τόσα όσα να μπορέσουν να μου ψήσουν το μυαλό όσο χρειάζεται, να καεί και κανένα εγκεφαλικό κύτταρο που την γλίτωσε μέχρι τώρα, έτσι για να επιτευχθεί το αναγκαίο και καθ' όλα απαραίτητο "κλάδεμα" και να μπει ο εγκέφαλος στη διαδικασία "μπουμπουκιάσματος"...

Ωραία, είπαμε, τα ξεχνάω όλα αυτά. Και εργάζομαι. Δεν είναι αστείο, εργάζομαι σοβαρά. Και για παρηγοριά στην απαρηγόρητη τάση μου για φυγή από δω μέσα, ανοίγω το Media Player και βάζω να ακούσω το playlist με όλα τα mp3 των αγαπημένων Madrugada. Έτσι για παρηγοριά... και συνεχίζω ακάθεκτη να εργάζομαι. Να μεταφράζω για την ακρίβεια, το υλικό μιας δε-πάει-το-μυαλό-σας-πόσο-πολύ-ενδιαφέρουσας ιστοσελίδας για την αγγλική της έκδοση.

Ξαφνικά, κι εκεί που αμέριμνα έψαχνα στο λεξικό πως μεταφράζεται η γ...μένη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, ένας στίχος περνάει από την είσοδο του ενός αυτιού μου, και αντί να περάσει και να χαθεί στο άπειρο κολλάει στο μυαλό μου "one more late afternoon". Το ίδιο γίνεται και με ένα επόμενο στίχο "well, you just fail and fall behind". Αντανακλαστική κίνηση: Τι ακούω? Το media player αδυνατεί να απαντήσει με λέξεις, ωστόσο είναι τόσο καλό και μου δείχνει το τραγούδι που παίζει εκείνη τη στιγμή "Running Out Of Time".

Σκέφτομαι "Είναι από το καινούργιο CD (The Deep End)" δεν ξέρω τους στίχους. Εμπρός καλό μου Goooogle!" Και το καλό μου Gooogle με έβγαλε στο Madrugada Fan Club και στο τμήμα με τους πολυπόθητους στίχους.

Είμαι ευτυχισμένη... Βρήκα επιτέλους τις λέξεις που περιγράφουν αυτό που με στοιχειώνει τις τελευταίες μέρες.

One more early morning
One more late afternoon
Once more you're out in the wind
And once more you come in too soon
It's a long road, oh man
And it's a hard road

You wanna make sure to make all the friends that you can make
You ain't worth much more to them
Than the worth of what you give
And the worth of what you take
In this old ritual of compassion
Well, you just fail and fall behind
Now you're running
Seems to me you're running
You're running out of time
You know it ain't love
No, you know it ain't love
Unless it's eating you alive
When you're in your bed at night
No, you know it ain't love
You know there can't be no love
Unless it comes howlin' out of you
Then you know the time is right
Ah you wait so long
And now you don't know
Now you don't know what to do
Except to pray for your love
To come returning on back to you
You dry out with all of this bitterness and fear
And with every passing year
Nothing's really real to you
Except this pain that you feel

You will come to realize
That you had your day
Someday oh so long ago
When somebody came a-calling at your door
And you pretend that you were not home

Now you're running
You're running
You're running out of time


Έτσι, για να γουστάρω, το soundtrack του φθινοπώρου μου.

15.10.05

Σύννεφα Σαββάτου

Ακόμα ένα Σάββατο, βαλτό να μας αναγκάσει στον χειμώνα και το κρύο της ψυχής. Ίσως και να μην είναι έτσι και πάλι να παραπατώ στις στιγμές μου. Ένας παγετός έχει κατακλύσει την δική μου ψυχή, καμιά φλόγα δεν έχει ζωή εδώ. Κι ας είμαι από τους τυχερούς που υπάρχουν δίπλα μου ψυχές που ρίχνουν θέρμες αγάπης στο πλευρό μου, να έχω συντροφιά στο δύσκολο διάβα που με έχουν καταδικάσει αυτές οι υπέροχες αλλά άτυχες προσδοκίες μου.

Εγκλωβισμένη είμαι στο απίθανο τρανό εγώ μου. Είμαι δυστυχισμένη, η αλήθεια είναι, αλλά δε το παραδέχομαι. Δε θέλω. Ίσως έτσι να με εγκαταλείψει αυτή η απρόσκλητα χρόνια απελπισία μου.

Δεν την καλώ εγώ, αλήθεια λέω. Προσπαθώ να λέω παραμύθια και να κλέβω στιγμές μαγικές για να κάνω τη ζωή μου καλύτερη, και εμένα, και αυτούς που αγαπώ. Κι αυτούς που δεν αγαπώ.

Ίσως, αν από όλες τις προτάσεις αφαιρέσω το εγώ, να βγαίνουν καλύτερες αισθήσεις, καλύτερες μυρωδιές. Να ευωδιάζουν οι λέξεις ανακούφιση, γλύκα και αναμνήσεις ισάξιες της ασφάλειας που νιώθει το μωρό στην αγκαλιά της μητέρας του, που εκεί τίποτα δεν μπορεί να του κάνει κακό. Τίποτα δε μπορεί να το στενοχωρήσει...

Δεν είναι το θέμα να μην λυπόμαστε. Όχι. Το θέμα είναι να χαιρόμαστε και λίγο. Τόσο ανεπαίσθητα που μόνο να ταράζεται ο σταθερός όγκος του αέρα που πνίγει τις ηλιακτίδες. Δεν θέλω να γίνω μελοδραματική, απλά έχω καιρό να διαβώ ουράνιο τόξο. Τόσο πολύ καιρό που άρχισα να ξεχνώ ότι κάποτε το είχα κάνει, και αυτό.

Τελικά δεν είναι ξεκάθαρο που πορεύομαι. Θέλω να πάω μπροστά? Μα μόνο πίσω κοιτώ, στα όμορφα που με βρήκαν, και θρηνώ που τέτοια όμορφα δε με βρίσκουν πια. Θρηνώ πιο πολύ όταν σκέφτομαι, πως επίτηδες έρχονται όμορφα να με βρουν, κι εγώ εφευρίσκω όλες τις διαθέσιμες αληθινές δικαιολογίες και τα αφήνω να με κοιτούν με μάτια ορθάνοικτα, υγρά κι απορημένα.

όλα όσα γίνονται μου αξίζουν, κι ο χρόνος που με καταπίνει καθημερινά, το συχνό 'δεν προλαβαίνω' που έχω μάθει να επαναλαμβάνω με την ίδια την ταχύτητα των εισπνοών μου, ακόμα κι οι τοίχοι του σπιτιού μου, εκεί που με έχω καταδικάσει εγκλωβισμένη στα διαβάσματα όλων των ελεύθερων ωρών μου.

Θα την βρω την άκρη, όταν τη χάσω εντελώς.

6.10.05

Να βάλουμε όλοι ένα χεράκι?

Εγώ λέω να βάλουμε ένα χεράκι, να βοηθήσουμε γιατί αξίζει το κόπο.

Στο Γκάζι τα παιδιά ονειρεύονται.

Περισσότερες πληροφορίες για τους Δρόμους Ζωής εδώ.

3.10.05

Νύχτες "τυχαίων" επισκέψεων

Τις νύχτες που δεν αφήνω την καρδιά να κοιμηθεί, νιώθω ότι ξεδιπλώνεται και καταλαμβάνει τόσο χώρο, που καλύπτει όλο το αέρα του δωματίου. Μετά το οξυγόνο φεύγει κακήν κακώς κι ασφυκτιώ από την μεγαλότητα των συναισθηματικών υπερβολών. Για αυτό λέω, είναι καλύτερα η καρδιά να κοιμάται. Να βλέπει όνειρα πεζά και να μην αλυκτά σαν το κακόμοιρο σκυλί μπροστά στην πανσέληνο που δε θα φτάσει ποτέ.

Κάποια πράγματα δεν χρειάζονται και πολύ σκέψη. Αρκεί η αντανακλαστική κίνηση του 'όχι', για να διατηρηθεί η ψευδής αυτή ισορροπία που με κρατά μακριά από τις ανάσες τις βαριές του έρωτα. Δηλαδή, δε θέλω ημίμετρα, όχι. Ούτε ζωγραφιές που έχουν μόνο γκρι αποχρώσεις. Μόνο λευκό φως ή απόλυτο μαύρο κενό. Το απόλυτα αρνητικό είναι κάποιες φορές εντελώς αφροδισιακό.

Όπως αφροδισιακή είναι και η επιμονή του άλλου ερωτικού μισού, που με μαγεύει μεν, αλλά δε θέλω. Τουλάχιστον όχι έτσι όπως μου σερβίρεται σε τακτικές χρονικές συμπτώσεις, χλιαρό, μεθυσμένο, σε απότομες επισκέψεις και μοιραίες -πάντα- συναντήσεις.

Αλλά έχει περάσει πολύ καιρός και η τυχαιότητα επαναλαμβάνεται όπως οι εναλλαγές μέρας και νύχτας. Έγιναν τακτικές οι ξαφνικές συναντήσεις και πια έχω συνηθίσει να ξέρω με λεπτομέρειες κάθε κατάληξή τους. Να τρέχω να μαζέψω την καρδιά μου που ξύπνησε πάλι και αναζητά πρίγκιπες και παραμύθια.

1.10.05

Κόμμα

Λέω να παραμείνω στο συναισθηματικό μου κόμμα γιατί είναι παρήγορο.

Έχω μόνο υλικά πράγματα να σκεφτώ, που έχουν ύψος, βάρος, χρώμα και δυνατότητα απόκτησης.

Όλα τα άλλα, οδηγούν στην σύγχυση, πράγμα όχι θεμιτό. Ας πούμε ότι αρχίζω να καταλαβαίνω την ωραιότητα της χειμερίας νάρκης. Τέρμα οι αγωνίες, οι επιθυμίες, τέρμα όλα αυτά που σκίζουν την θέληση μου στα δυο. Τώρα μονάχα κρύο και αν έρθει ποτέ ο ήλιος να νικήσει τον βοριά, καλώς. Αλλιώς θα κοιμάμαι.

Δεν έχω δέντρο να χορέψω κάτω από τα πυκνά κλαδιά του, γι αυτό το μυαλό μου θέλει να μιλά αρνητικά. Τσιμέντο υπάρχει άθφονο γύρω μου, κι όταν αρχίζω να στριφογυρίζω στον ουρανό και να πετώ, βλέπω κι από ψηλά όλη αυτή την άμορφη γκρι μάζα που νεκρώνει όλα τα παραμύθια μου.

Και υπάρχει ένας αγέρας δυνατός σήμερα, λυγίζει και την τελευταία μου θέληση να συναντήσω λίγο ουρανό. Θέλω να πω, μπορεί ο αέρας αυτός να με βγάλει σε μέρη που δε θέλω να πάω, εκεί που με περιμένουν λύκοι, αυτοί που έχω αφήσει πίσω μου και είναι θυμωμένοι. Θα ήθελαν να με κατασπαράξουν από το θυμό τους.

Πρέπει να προστατεύσω λίγο τα φτερά μου. Είναι το μόνο που μου έχει απομείνει από τότε που ήμουν πιο πολύ παιδί στη καρδιά και δε συννέφιαζα. Όταν, σαν τώρα, υπάρχει η ανάγκη της αποξένωσης, αυτά μπορούν να μου πουν πολλές ιστορίες όμορφες και να χαμογελάσω.

Ανάμεσα σε δύο τελείες.

24.9.05

Καλύτερη η σιωπή

Σιωπώ, γιατί αλλιώς μόνο κάτι μαυρίλες έχω πρόχειρες. Έτσι, χαζεύω νωχελικά τις στιγμές που φεύγουν τρέχοντας σαν να θέλουν να ομολογήσουν το μεγάλο μυστικό. Θα τολμήσω να ονομάσω αυτή την κατάσταση την "αρρώστια της καταιγίδας". Όχι ότι έχει άμεση σχέση, απλά έτυχε να συμπέσουν τα δύο αυτά γεγονότα στο κεφάλι μου.

Το μυαλό μου τώρα προσπαθεί να ανταπεξέλθει στον δυϊσμό. Την μια υπάρχει η απόλυτα τρομαχτική γαλήνη, σαν αυτή πριν έρθει η πιο σφοδρή καταιγίδα, και την άλλη την απόλυτη καταιγίδα, με ηχηρούς και τρομαχτικούς κεραυνούς, να πέφτουν πάνω σε κάθε υγιή σκέψη και να την καίνε. Και πάλι από την αρχή, σε γρήγορες παραλλαγές. Αισθήσεις σαν δέντρα απομεινάρια αστραπών. Καμένα. Κενά.

Υπάρχει για όλα μια φάση. Και στον αντίποδα μια αντίφαση. Το αλκοόλ με αγριοκέρασα που με συντροφεύει απόψε είναι πολύ γλυκό. Τόσο αντίθετα γλυκό από την ζωή μου τις τελευταίες μέρες. Ούτε κι εγώ η ίδια δε ξέρω τι θρηνώ. Αν ήξερα ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα. Θα είχα ένα καλό λόγο για τη φάτσα που περιφέρω στραβωμένη από δω κι από κει.

Μερικές φορές τα πράγματα έρχονται κι από μόνα τους βολικά. Όπως για παράδειγμα όταν προχθές πήγα σε δημόσια υπηρεσία. Είχα ένα καλό λόγο να έχω νεύρα όλη την υπόλοιπη μέρα. Γιατί είναι γνωστό ότι δε μπορείς να φύγεις καλά από δημόσια υπηρεσία.

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, έχω μια επιθυμία να βγω, να πάω να τυλιχτώ με την υπόλοιπη πολυκοσμία ενός μαγαζιού για χορό, να μεθύσω και να χορεύω ως το πρωί. Αλλά δεν θέλω να δω και να μιλήσω σε κανένα. Το βρίσκω πολύ βαρετό. Δε θα βγω λοιπόν. Θα μείνω σπίτι να μεθύσω με τα αγριοκέρασα που λιώνουν τα παγάκια στο ποτήρι μου. Κι είναι απίστευτα γλυκά. Ίσως με κάνουν να ξεχάσω τον πονοκέφαλο.

16.9.05

Επιλογές

Υπάρχουν πόρτες που χάσκουν κλειστές, μπροστά μου, πλάι μου, πίσω μου.

Τολμώ να χτυπήσω μια.

- "Μήπως..."

Δεν προλαβαίνω να αρθρώσω λέξη, η πόρτα ανοίγει λίγο, μια χαραμάδα, μια ακτίδα φωτός διαπερνάει το σκοτεινό μου σημείο. Αμέσως μετά κλείνει με δύναμη μπροστά στο πρόσωπό μου. Η συνέχεια της ερώτησης στέκεται αποσβολωμένη στην άκρη των χειλιών μου.

Η σκέψη μου πετάει προς στιγμήν στις υπόλοιπες πόρτες. Ο φόβος θηριεύει. Που να κρύβεται αυτός ο βρωμερός ΖΟΝΚ μαζί με τους κλώνους του?

Γυρίζω πίσω.
...

Υπάρχουν, άμα θέλετε να ξέρετε, αγαπητές (...) κλειστές πόρτες, κι άλλα μονοπάτια.

Κι αν δεν υπάρχουν, υπάρχουν βροχές, αέρηδες και κύματα. Όταν υπάρχει ο προορισμός, δημιουργείται ο δρόμος.

Κι ας κάνουμε χιλιάδες κύκλους γύρω από ένα τόσο δα μικρό και ασήμαντο σημείο.

Το σημείο που αναγράφει με μεγάλα φωσφοριζέ κόκκινα γράμματα "ΘΕΛΩ".

15.9.05

Σήμερα βροχή

Ήρθε η βροχή σήμερα να με βρει. Στην αρχή δειλά, ξεκίνησε ένα τραγούδι, αλλά ήταν μικρό, ίσα που έβγαλε το δεκάλεπτο... Μετά σιγή. Με άφησε να περιπλανιέμαι στην άδεια πόλη, από την μια άκρη στην άλλη, κοιτώντας τον ουρανό, παρακαλώντας να έρθει.

Υπήρχε ζέστη, πολύ ζέστη. Ο αέρας κάποιες στιγμές ήταν τόσο βαρύς που με δυσκολία τον έκανα δικό μου μέσα στο κορμί μου. Μετά πάλι, ένα αεράκι όλο υποσχέσεις έμπαινε βιαστικά από τα παράθυρα... Τίποτα... Η ώρα περνούσε, ο ουρανός ασταμάτητα γκρίζος, δεν ήθελε φαίνεται να προδώσει κανένα μυστικό σήμερα. Κι η βροχή πουθενά.

Έφτασε το μεσημέρι. Κάτι δειλές προσπάθειες επίδειξης βρόχινης ικανότητας φάνηκαν. Κάτι ξεδιάντροπες μεγάλες σταγόνες έκαναν μια μικρή κι εντυπωσιακή πρεμιέρα. Κι αυτό το τραγούδι μικρό. Πιο πονεμένο από το προηγούμενο. Σταμάτησε το ίδιο απότομα. Αέρας, υγρασία, γκρι ουρανός, βαριά ατμόσφαιρα, μέρα γεμάτη υποψίες, γεμάτη διχασμένα στιχάκια "Θα βρέξει...", "Δε θα βρέξει"...

Λίγο αργότερα, εγώ, πάλι, στο δρόμο. Στην επιστροφή. Αφήνοντας πίσω μου το κλειστό κτίριο, βρέθηκα επιτέλους σε ένα βρόχινο χορό. Είχε έρθει επιτέλους η βροχή. Περπατήσαμε μαζί, πολύ ώρα. Η πόλη ήταν ακόμα πιο άδεια αυτή τη φορά. Η βροχή ήρθε κι έκατσε φιλικά στους ώμους μου, χάιδευε τα μαλλιά μου όλη την ώρα, και μου ψιθύριζε ολόκληρο το τραγούδι της αυτή τη φορά.

Πόσο χαρούμενη ήμουν σήμερα! Το ήξερα ότι θα έρθει να με βρει, έτσι ήρεμη, θα καθάριζε το μυαλό μου από όλες τις βαριές καλοκαιρινές ανάσες. Πλύθηκε η ψυχή μου, καθάρισε η σκόνη του καλοκαιριού από τη πλάτη μου. Κοίταξα μια στιγμή τον ουρανό. Επέμενε στο γκρίζο μυστήριό του. Κατάλαβα ότι δεν ήθελε ερωτήσεις σήμερα.

Ας είναι. Τώρα μπορώ να δεχτώ τις επόμενες λιακάδες με πιο καθαρή καρδιά. Και τις επόμενες βροχές με πιο μεγάλη λαχτάρα.

13.9.05

Στρουμφοκομουνισμός (?)

Το έλαβα πριν λίγο με e-mail. Λίγα γνωρίζω για την κομμουνιστική θεωρία, δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη για το κείμενο, πέρα από ότι μου αρέσει ο τρόπος που γίνονται οι παραλληλισμοί. Έχει πλάκα. Δεν έχω ιδέα ποιος το έχει γράψει, δεν το αναφέρει στο e-mail, ενώ το έχω λάβει ως τρίτο ή τέταρτο forward.


Η θεωρία ότι τα αθώα στρουμφάκια προβάλλουν την κομμουνιστική θεωρία κυκλοφορεί εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ενώ οι συνοδευτικές θεωρίες συνομωσίας (ότι δηλαδή είναι πράγματι φτιαγμένα έτσι από τους σοβιετικούς για να έχουν τα παιδιά επαφή με τα κομμουνιστικά ιδεώδη) αντικρούονται ως υπερβολικές, τα σημάδια ότι, ηθελημένα ή μη, το χωριό των αγαπημένων ηρώων των παιδικών μας χρόνων είναι στην πραγματικότητα μία μικρογραφία της ουτοπικής κομμουνιστικής κοινωνίας είναι αδιάψευστα.

Αρχίζει πρώτα κανείς από το γεγονός ότι το χρήμα απουσιάζει από το στουμφοχωριό. Οι δουλειές έχουν μοιραστεί στα μισά περίπου στρουμφάκια που έχουν στερεοτυπικούς ρόλους μέσα στην στρουμφοκοινωνία: ο Προκόπης είναι οι εργάτες, ο Κηπευτής (farmer) είναι η αγροτική τάξη, ο Ζωγράφος και ο Ντορεμί οι καλλιτέχνες, ο Λιχούδης ο μάγειρας και ο Ράφτης είναι... ο ράφτης. Όλοι αυτοί κάνουν ο καθένας τη δουλειά του για όλα τα στρουμφάκια του χωριού χωρίς να ζητά αντάλλαγμα. Τα άλλα μισά στρουμφάκια είναι παραδείγματα ελαττωμάτων που η κοινωνία των στρουμφ βλέπει ως αρνητικά. Ο Χουζουρης έχει την τεμπελιά του, ο Λιχούδης την λαιμαργία, ο Μελένιος τη ματαιοδοξία. Τα περισσότερα επεισόδια με κεντρικούς ήρωες τέτοιους χαρακτήρες έχουν ηθικό δίδαγμα το πόσο κακό είναι το αντίστοιχο ελάττωμα για τη στρουμφοκοινωνία.

Και φυσικά το δίδαγμα το εκφράζει πολύ συχνά η συμβουλευτική φωνή του πάνσοφου Παπαστρούμφ. Ο "κόκκινος πατέρας" όλου του χωριού που φροντίζει για τη ευημερία αλλά και την ισότητα στο χωριό, είναι ο μοναδικός αξιωματούχος στο χωριό και ο μοναδικός που αναγνωρίζεται ως κοινωνικά ανώτερος από οποιοδήποτε άλλο στρουμφάκι. Συγκεκριμένα τα κόκκινα ρούχα του έχουν εμπνεύσει και το (σχεδόν σίγουρα retro-acronym) S.M.U.R.F. = Socialist Men Under a Red Father. Παρά την οπτική ομοιότητά του όμως με την επίσης γενειοφόρα φιγούρα του Μαρξ ο ρόλος του στη στρουμφοκοινωνία είναι ο ίδιος με του Στάλιν.

Η μεγαλύτερη βέβαια απόδειξη για τον παραλληλισμό με το σοβιετικό καθεστώς είναι ο Σπιρτούλης. Ο Σπιρτούλης είναι ο Τρότσκι. Λέει ότι είναι βοηθός(και διάδοχος σε ένα επεισόδιο) του Παπαστρούμφ, αν και σε ένα άλλο επεισόδιο κάνει ένα από τα πραξικοπήματα που έχουν γίνει στο στρουμφοχωριό και γίνεται βασιλιάς απουσία του Παπαστρούμφ (τα μισά στρουμφάκια διοργανώνουν αντίσταση). Και φυσικά το κλασσικό πέταγμα του Σπιρτούλη από το χωριό είναι παραλλησιμός με την εξορία του Τρότσκι.

Και ο Δρακουμέλ; Απλώς ένας κακός μάγος που κυνηγάει τα στρουμφάκια για να τα φάει; Να τα φάει από ένα σημείο και μετά γιατί στα αρχικά επεισόδια θέλει να πιάσει έξι από αυτά για να τελειώσει το ξόρκι που θα του επιτρέψει να φτιάξει χρυσάφι. Έτσι κάποιος μπορεί να δει το Δρακουμέλ σαν ενσάρκωση του καπιταλισμού που σκοπό έχει να καταστρέψει την ουτοπική κοινωνία των στρούμφ για το κέρδος.

Και βέβαια υπάρχουν συγκεκριμένα επεισόδια που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς ως επιχειρήματα. Το επεισόδιο με τα σοκολατένια νομίσματα είναι τοπίο συχνά αναφερόμενο. Ο Δρακουμέλ και η μαμά του στέλνουν το σατανικό σπόρο στην αυλή του Λιχούδη και φυτρώνει ένα δέντρο με σοκολατένια νομίσματα τα οποία δοκιμάζει ο Λιχούδης. Μετά αντί να τα μοιραστεί με τα άλλα στρουμφάκια (τι πιο φυσιολογικό στην κομμουνιστική κοινωνία) τα θεωρεί δικά του (ιδιοκτησία = καπιταλισμός) και τα πουλάει στα άλλα στρουμφάκια αντί απαραίτητων γι αυτά εργαλεία (τα βάρη του Προκόπη, την τσάπα του κηπουρού, τα εργαλεία του Ξεφτέρη). Χωρίς αυτά η στρουμφοκοινωνία καταρρέει αφού δεν μπορεί να παραχθεί τίποτα. Η κατάσταση σώζεται μετά από παρέμβαση του Παπαστρούμφ που εξηγεί στο λιχούδη ότι για την κατάσταση φταίει η παράλογη ανάγκη του να συγκεντρώσει πλούτο. Σε άλλο επεισόδιο η αυτόματη μηχανή παραγωγής φαγητού του Ξεφτέρη οδηγεί τα στρουμφάκια σε υπερκατανάλωση με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι φυσικοί πόροι (στρουμφόμουρα). Ακολουθεί πανικός και την κρίση αποτρέπει ο Παπαστρούμφ μετά από καταστροφή της μηχανής με ένα πενταετές πλάνο... εεε.. δηλαδή με μια αποθήκη με φαγητό.

Πραξικόπημα στο χωριό γίνεται 2 φορές. Μία από τον Σπιρτούλη και μία απο τη Στρουμφίτα που θέλει να γίνει "Βασίλισσα για μια μέρα". Και τα δύο καταλήγουν σε μάχη που όμως σταματά ο Παπαστρούμφ βάζοντας τέλος σε ιδέες περί βασιλείας.


Ωστόσο, να σημειώσω εδώ ότι τα γουστάρω τρελά τα στρουμφάκια και λατρεύω τον πολυαγαπημένο μου Χουζούρη, και το τραγουδάκι του που έχει αφιερώσει στα γ...ξυπνητήρια.

"Μη με ξυπνάς απ΄τις 6
προτού ο ήλιος να φέξει..."

11.9.05

Κυριακή μεσημέρι

Τώρα ένιωσα, κάπως ξαφνικά, ότι οι έννοιες δεν βγαίνουν από μέσα μου τόσο εύκολα όσο χτες. Χτες ήταν το αυθόρμητο, σήμερα μια γρανιτένια απορία. Η μέθοδος αλλαγής των σίγουρων δεδομένων μου διαφεύγει. Έτσι κι αλλιώς υπάρχει μια αυτόματη διαδικασία. Ονομάζεται εξέλιξη.

Όσες σπονδές κι αν κάνω σε πράγματα που ποτέ δεν θα ήθελα να αλλάξουν δεν υπάρχει τρόπος να καταφέρω κάτι. Έρχονται αυθάδικα και γελούν στα μούτρα μου, με καθηλώνουν σα σε μαγικά ξόρκια, να τα βλέπω όλα αλλαγμένα, χωρίς καν η δύναμή μου να φτάνει καμία από τις λεπτομέρειές τους.

Όπως για παράδειγμα ο εφηβικός μου έρωτας. Δεν με εμπνέει πια. Δεν με λυπεί. Τώρα κάτι άτσαλες ανάγκες προστάζουν άλλα θέλω. Κι εγώ τους κάνω το χατίρι. Καταστρώνω σχέδια, βάζω ορόσημα να με κοιτούν σαν χάνοι όταν δε τα πραγματοποιώ και τα προσπερνώ για άλλες φαντασίες.

Με άλικα χρώματα βάφω τη ψυχή μου και στέκομαι να αφουγκραστώ τι γίνεται τώρα. Μέσα σε μια δίνη λικνίζομαι αβέβαια μια προς τα εμπρός, μια προς τα πίσω. Δεν είναι το θέμα αν πέσω, σχεδόν πάντα πέφτω, αλλά εκεί είναι όλη η γλύκα και αυτό είναι σίγουρα μια άλλη μεγάλη κουβέντα. Μπορεί να ξεδιπλωθεί μόνο με αλκοόλ, αλλιώς τα νοήματά της χάνονται στην καθαρή σκέψη.

Ο εφηβικός μου έρωτας... Ήταν καταδικασμένος σε αιώνιο θάνατο. Κι έτσι έγινε. Πουθενά δεν υπάρχει ένα χαμένο βιβλίο να λέει κάτι για την ανάστασή του. Τώρα με κοιτά από κάποια χαραμάδα του ουρανού τα βράδια. Γι αυτό αφήνω πάντα ένα φως αναμμένο, να με βλέπει. Να βλέπει το τρόπο που σιγά σιγά λιώνει η αντοχή μου στους ψεύτικους ανθρώπους, σε αυτούς του βολεμένους που ανέχεται η φαντασία μου.

Εξέλιξη, ε? Αυτόματη διαδικασία, ε? Είναι σαν να διαλέγω τα υφάσματα και να τα προβάρω στις έννοιες που μπερδεύονται στο μυαλό μου. Ότι δε μου κάνει, το ρίχνω σε ένα καλάθι που έχω πρόχειρο για τέτοιες άσχημες περιστάσεις. Ανακύκλωση συναισθημάτων το λέω εγώ.

Προσπαθώ να χωρέσω τα συναισθήματα σε λέξεις. Το αποτέλεσμα είναι μάλλον αστείο. Σαν να προσπαθεί κάποιος να χωρέσει σε ρούχα τρία νούμερα μικρότερα. Οι ραφές ανοίγουν, κάποια σημεία σχίζονται, ωστόσο μπορεί αυτός ο κάποιος να στέκει με περηφάνια μπροστά στον καθρέφτη. Τελικά χώρεσε.

Τώρα που δεν είμαι πια έφηβη, και που ο εφηβικός μου έρωτας έσβησε στον ουρανό, τώρα που είμαι μονίμως μεθυσμένη, τώρα είναι που θα έρθει ο μεθυσμένος μου έρωτας να με βρει. Ξαφνικά, σαν ένα δυνατό σφηνάκι τεκίλα, με όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ κανέλας και πορτοκαλιού. Σε όλες αυτές τις αποχρώσεις των αλκοολικών αρωμάτων θα γίνουν στάχτη όλες οι προσμονές. Όλες. Και θα αρχίσει ένα νέο αυτοκαταστροφικό ταξίδι. Ένα ταξίδι χρωμάτων που θα αφήνει σημάδια σε όλους τους δρόμους, σαν κηλίδες αίμα που θα φεύγουν χωρίς προειδοποίηση από τις ανοιχτές πληγές. Τα σημάδια του χρόνου.

Έχω αρχίσει να μαζεύω τα πορτοκάλια και να τα κόβω στις ανάλογες φέτες, ιεροτελεστικά. Περιμένω.

9.9.05

Ενθύμιο ...ονείρου

Είναι που είδα αυτό το παράξενο όνειρο και είναι τα λόγια μου έτσι μπερδεμένα και το πρόσωπό μου χλωμό. Είδα ότι οδηγούσα μηχανή, μέσα σε λασπωμένους δρόμους επαρχιακούς, μιας περιοχής τρομακτικής και σκοτεινής. Εγώ έτρεχα και δεν φοβόμουν, έκανα επικίνδυνα σάλτα και συνέχιζα, μέχρι που σκέφτηκα ότι δεν θέλω να οδηγώ μηχανές, δεν ξέρω και με τρομάζουν. Τότε η μηχανή εξαφανίστηκε, βρέθηκα σε ένα παλιό αρχοντικό στη κορυφή μιας σκάλας που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα. Φορούσα ένα όμορφο μεταξωτό μπλουζάκι ανοιχτό στη πλάτη, με ράντες κι ήταν τόσο όμορφη η αίσθηση του μεταξιού και των μαλλιών μου που χάιδευαν την γυμνή μου πλάτη που χαμογελούσα με ευχαρίστηση.

Στο τέλος της σκάλας εμφανίστηκε μια παράξενη μορφή, άντρας μελαχρινός, γεροδεμένος σαν να βγήκε από παραμύθι με σαμουράι, είχε στη ζώνη του περασμένο ένα σπαθί. Σταμάτησε και με κοίταξε με τα μάτια του να λάμπουν από τη σκοτεινιά. Στα χέρια του κρατούσε μια τράπουλα και με επιδέξιες κινήσεις στον αέρα σχεδόν, μοίρασε τα χαρτιά σε διάφορα σκαλοπάτια. Μερικά έπεσαν στα πόδια μου, ανάποδα όμως, δεν έβλεπα τι ήταν. Μερικά έπεσαν στα δικά του πόδια. Τα πήρε, τα κοίταξε με προσοχή, τα έκρυψε στη ζώνη του και μαζεύοντας τα υπόλοιπα χαρτιά από τα άλλα σκαλοπάτια έκανε να φύγει. "Εγώ?" του φώναξα "Τι να κάνω?" Με κοίταξε σαν να λυπόταν την άγνοιά μου και μου φώναξε να τα κρατήσω για ενθύμιο. Ενθύμιο από τι?

Ξύπνησα, έτσι ξαφνικά σαν να μην κοιμόμουν. Και νιώθω αυτό το βλέμμα της σκοτεινιάς να με κοιτά ακόμα.

8.9.05

Λέξεων παιχνίδια

Το νόημα που καταπίνω σε μεγάλες γουλιές δε φαίνεται να ελπίζει σε ανάκαμψη της κατάστασης. Είμαι πνιγηρή, αυτό είμαι. Δοξάζω κάθε παραμύθι για να ισοπεδωθώ την επόμενη στιγμή και να ζωγραφίσω με τα πιο μεγάλα και έντονα γράμματα, ότι, ξέρεις? αυτή είναι η γαμημένη πραγματικότητα.

Και δε μου αρέσει, ούτε κι εσένα, μα βρίσκω μια τρελή ηδονή να στην πετάω στα μούτρα μόνο για να σου δείξω πόσο υπερέχω που εγώ την έχω καταπιεί κι έχω βγει νικήτρια. Πλέον δε με νοιάζει, έχω γεμίσει μουσικές και οπτασίες τη σκέψη μου και δε χορταίνω να ανεβαίνω σε λόφους σιγοτραγουδώντας, περπατώντας χορευτικά.

Δε με νοιάζει. Οι τρελοί και οι ονειροπόλοι δεν είναι το ίδιο, αλλά εγώ τα καταφέρνω και τα δύο εξίσου καλά. Και συνεχίζω να χορεύω περπατώντας. Και να γράφω χωρίς να κρατώ χαρτί και στυλό. Μικρά γράμματα ξεπηδούν από δω κι από κει, γίνονται λέξεις και τσουπ! να κι άλλο ένα ανόητο νόημα και συμπέρασμα.

Υπάρχει μια διαδικασία για όλα. Από το Α πας στο Β κι από κει στο Γ. Αν διψάς πίνεις νερό. Κι αν πονάς κλαις ή γελάς. Σβούρα το μυαλό μου παλεύει να κρυφτεί στους πιο ανοιχτούς δρόμους και εκεί τίποτα δεν γίνεται, γυρίζει πίσω λυπημένο. Κανένα από τα συμπεράσματα δεν βοηθούν κατόπιν της επιστροφής. Πάλι όλα αναιρούνται, και ξεκινώ από την αρχή να κάνω άλλη μια υπέροχη γιορτή στο τίποτα.

Και το ωραιότερο των παιχνιδιών παραμένει αυτό με τις λέξεις.

5.9.05

Αντίστροφος άνεμος

Κάπως κινείται απόψε ο αέρας, λίγο αντίστροφα. Αντί να παίρνει τις σκέψεις μακριά, τις φέρνει πιο μέσα στο μυαλό, μαζεύτηκαν πολλές, ένα κουβάρι, λίγο ακόμα και ο χορός τους θα μετατραπεί σε βίαιη μάχη. Το άσπρο και το μαύρο θέλουν καθένα το μερίδιό τους. Δεν επιθυμούν συμβιβασμούς, ούτε ηρεμία, εύχονται να γίνει η μάχη, έτσι για να υπάρχει λόγος για την ύπαρξή τους. Ωστόσο να σημειώσω ότι και τα δύο θα χάσουν. Στο βάθρο περήφανο και πάλι το πολύχρωμο, αυτό που δεν περιλαμβάνει το γκρι. Γιατί έτσι.

Κοιτώ μπροστά: λαβύρινθος. Κοιτώ πίσω: ομίχλη. Δεξιά κι αριστερά τα δύο διάσημα τερατάκια, ένας λευκός άγγελος κι ένας κόκκινος διαβολάκος, παίζουν με την αντοχή μου, με την επιμονή μου στο αδύνατο. Πλήρης σύγχυση πάλι σε εξέλιξη, πάντα σε εξέλιξη. Να μη μου βγαίνει κάτι γλυκό και νωχελικό να πω, παρά μόνο παράπονα. Δε μου αρέσει αυτό.

Βελούδινες φωνές μπορούν να βοηθήσουν και σε αυτό το παραλήρημα, υπάρχουν και συγκεκριμένες αναμνήσεις που εξαιρούνται από τη λήθη κι αυτές είναι οι πιο παρανοϊκές. Όταν ήμουν μωρό, μπορούσα να κάθομαι ώρες στη κούνια μου χωρίς να παραπονιέμαι αρκεί να ήταν δίπλα μου ανοικτό το τρανζιστοράκι και να ακούω μουσικές. Η μαμά μου έχει να το λέει ακόμα. Και το κουσούρι αυτό μου έχει μείνει τόσα χρόνια μετά, το ραδιόφωνο να είναι μονίμως ανοικτό στο σπίτι μου, ακόμα κι όταν λείπω. Θέλω να έρχομαι σπίτι και να μην με περιμένει η σιωπή. Με τρομάζει η σιωπή.

Τα παράθυρα είναι ορθάνοικτα, σαν τα μάτια μου. Κοιτούν τον ακάλυπτο ψάχνοντας στα σκοτάδια να βρουν κάτι που να έχει ενδιαφέρον. Τίποτα, ακινησία. Όλο το απόγευμα τα χελιδόνια είχαν πάρτι. Τρελές φωνές που μάλλον διοργάνωναν τις επόμενες διακοπές τους. Κάπου ζεστά. Εγώ εδώ, κόντρα στον παγωμένο βοριά. Η παγωμένη του ανάσα έρχεται με δύναμη, ζαλίζει τις κουρτίνες που προσπαθούν κάπως να χορέψουν κι αγγίζει την ευαισθησία μου, έρχονται γλυκά χειμωνιάτικα σαββατιάτικα πρωινά, φαίνεται να λέει. Να δούμε.

Αυτό το αντίστροφο του ανέμου έχει ξυπνήσει την ανησυχία μου, χωρίς προφανή λόγο. Η ζέστη κάπου δραπέτευσε απόψε, αλλά κάπου εδώ γύρω τριγυρίζει, έχει πολλά γλυκά δειλινά ο Σεπτέμβρης να μας δώσει ακόμα. Έτσι πρέπει να είναι. Ίσως να φορέσω το μαγιό μου άλλη μια φορά και να πάω να συναντήσω τη θάλασσα, να δω ακόμα ένα ηλιοβασίλεμα πάνω από τα γαλάζια όνειρα που κοκκινίζουν ντροπαλά, βυθίζοντας με στο επερχόμενο σκοτάδι.

4.9.05

Υπογραμμίσεις

"Η μεγαλύτερη δύναμή σου είναι ότι φοβάσε το κάθετι."

"Τα χρήματα είναι όπως το σεξ. Φαίνονται πιο σπουδαία όταν δε τα 'χεις."

"Κοίταξα στο καθρέφτη. Μου άρεσε ο ευατός μου, αλλά δε μου άρεσε στο καθρέφτη. Δε μου έμοιαζε καθόλου."

"-Αυτή είναι η απάντησή σου σε όλα: το πιοτό.
-Όχι, αυτή είναι η απάντησή μου στο τίποτα."

"Το μυστικό είναι η απλότητα, αυτή σε οδηγεί στην αλήθεια, αυτή σε μαθαίνει να φτιάχνεις πράγματα, να γράφεις, να ζωγραφίζεις. Η ζωή είναι σοφή στην απλότητά της."

Υπογραμμίσεις από το Χόλλυγουντ του Τσαρλς Μπουκόβσκι.

3.9.05

Λογαριασμός

Μπαίνω σε ένα λεωφορείο, προορισμός Αίγιο. Στη πλάτη μου ένας μικρός σάκος με ελάχιστα ρούχα. Είμαι πλήρης. Φεύγω. Αργά το βράδυ θα μιλώ με τον πατέρα μου στη βεράντα που ευωδιάζει θάλασσα, θα ταλαιπωρώ με χάδια την Μάτα μου, θα πίνω σόδες να ξεφουσκώσω από το πολύ φαγητό που έχει φροντίσει η μανούλα μου να είναι έτοιμο. Αυτή είναι ζωή!

Οι μέρες που περνούν εκεί έχουν το ίδιο μοτίβο: Εγώ στον καναπέ, σαν κολλημένη, η τηλεόραση να δείχνει όλες τις εκδοχές για το αεροπορικό δυστύχημα, κι εγώ εκεί, να παρακολουθώ με ασυνήθιστο ενδιαφέρον όλα τα δελτία ειδήσεων. Περνούν οι μέρες, τρεις, τέσσερις, εφτά, εννιά. Ήρθε η ώρα να σηκωθώ. Στον ώμο ο ίδιος σάκος. Προορισμός Νάξος.

Τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα είναι στη Νάξο. Δεν το συζητώ. Κάθε μέρα και διαφορετικό. Και κάθε μέρα μαγικό. Όμορφο νησί, πολύ εντυπωσιακές παραλίες, φιλόξενος κόσμος, ηρεμία. Οκ ηρέμησα πέντε μέρες, πήρα και τις δόσεις μου από κόκκινα χρώματα στον ουρανό, καιρός να ψάξω μπάχαλα. Φεύγω, με τον ίδιο σάκο. Προορισμός Ίος.

Το αγαπημένο μου. Το πιο τέλειο μέρος ever. Μαγεία διάχυτη παντού, μια αίσθηση ελευθερίας και ψυχικής ανάτασης από την στιγμή που το καράβι πλησιάζει το λιμάνι. Είχα την ανάγκη να πάω να δηλώσω τα σέβη μου στον επίσημο βαπτιστή μου, τον Μυλοπότα. Η μαγικές του ενέργειες είναι το κάτι άλλο. Μια βουτιά και όλα είναι παρελθόν. Μια βουτιά είναι αρκετή για να νιώσω το χρόνο και τις αναμνήσεις να παίρνουν άλλο σχήμα, να χάνουν όγκο, να γίνονται όλα ελαφρά και να πηγαίνουν προς τον ουρανό. Έναν ουρανό που τα βράδια νομίζεις ότι θα σου πέσει στο κεφάλι, ότι θα απλώσεις τα χέρια και θα πιάσεις κάτι από αυτόν. Και μετά οι τρελές μπαρότσαρκες. Τέλος Αυγούστου, οι περισσότεροι άγριοι είχαν φύγει, το πάρτι ωστόσο διαρκούσε, με λίγους και καλούς. Λίγη η Ίος φέτος, μα θα με περιμένει μου είπε και του χρόνου και συνέχεια. Είμαι κι εγώ ένα μικρό κομμάτι της.

Επιστροφή. Με ένα βάρος στη καρδιά. Πάλι τα ίδια, πάλι διαφορετικά και φέτος. Όσες μέρες είμαι εδώ, εκτός από την δουλειά, κοιμάμαι. Βρίσκομαι ακόμα με βρεγμένα μαλλιά να κοιτώ το γαλάζιο της θάλασσας, το κόκκινο του ήλιου, να νιώθω το αλκοόλ να μου καίει τα σωθικά, διώχνοντας ότι ύποπτο μπορεί να μου χαλάσει την όμορφη εικόνα. Τα πόδια μου εξακολουθητικά λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Προσγειώνομαι λίγο απότομα στην καρέκλα του γραφείου, αλλά το έχω ξαναπεράσει. Σε λίγο καιρό θα το έχω αγνοήσει και δεν θα με πειράζει. Μπορεί στην δουλειά να μην μπορώ να ονειρευτώ, αλλά το όνειρο είναι εκεί και με περιμένει, λίγο πριν λίγο μετά, δεν έχει σημασία.

Μέρες απολογισμού αυτές που διανύω, τι έκανα, τι θα κάνω. Με περιμένουν με ανυπομονησία πολλές καταστάσεις, θα τις κάνω καλές. Υπάρχουν πολλές αισθήσεις που περιμένουν να τις νιώσω. Πολλά γέλια που δεν έκανα, πολλά όνειρα που με έχασαν αλλά με ξαναβρήκαν. Ένας κύκλος που κλείνει κι ένας νέος που ανοίγει, ή μια σπείρα που κλείνει προς το κέντρο. Ένας καθρέφτης να μου μιλάει, να με δείχνει διαφορετική από ότι είμαι. Λέξεις που περιμένουν να ειπωθούν κι αγγίγματα που ψάχνουν την αφή μου. Και η μυρωδιά του βοριά που θα φέρει τον χειμώνα.

1.9.05

Φθινόπωρο

Εφυλλορόησεν η άνοιξη, κι έσβησε το θέρος της αγάπης μας, και γέρνουν οι ιτιές κάτω στον ποταμό και γροικούνται οι θρήνοι μέσα στα δάση... Κάποιο προαίσθημα βαραίνει τα δέντρα... Ένα φθινόπωρο βαραίνει την καρδιά μου. Κι όταν η ανάμνησή σου διαβαίνει απάνω στην ψυχή μου, θρηνεί στο διάβα της κάποιο τρίξιμο απελπισμένων ονείρων, που κοίτονται χάμω και κλαίνε -σαν τα φύλλα, που ριγμένα χάμω στη γη, φωνάζουν από τον πόνο όταν διαβαίνουμε πάνω τους και τα πατούμε.


Ν. Καζαντζάκης, Όφις και Κρίνο

29.8.05

’γνωστοι

Θέλω ένας άγνωστος να έρθει να με πάρει αγκαλιά, ήρεμα όμως μη τρομάξω. Θα καταλάβω. Δε χρειάζεται τίποτα να ειπωθεί ούτε καν τα μάτια δε χρειάζεται να διασταυρωθούν. Μόνο για ένα άγγιγμα διψάει η ψυχή μου. Όχι ερωτήσεις, ούτε απαντήσεις, μόνο τρία συγκεκριμένα αποσιωπητικά και κραυγές που υποφέρουν από σιωπή.

Θέλω, δηλαδή, κάποιον άγνωστο να μου χαϊδέψει τα μαλλιά, και να κάνει υπομονή γιατί νομίζω ότι πέρασα πάλι απέναντι και με κοιτώ σαστισμένη, κάνοντας άλλα από αυτά που σκέφτομαι. Ίσως μερικά πράγματα να μην έχουν σημασία.

Έχω κρύψει στο συρτάρι μου το εισιτήριο της επιστροφής. Δύσκολη λέξη. Ο χρόνος κυλάει τώρα αντίστροφα και τα αστέρια από ψηλά αδυνατούν να πάρουν ριζοσπαστικές αποφάσεις. Ο "καλός χειμώνας" πλησιάζει, λίγο απειλητικά, μα βέβαια. Και γεμάτος αγνώστους.

13.8.05

Ώρα να φεύγω

Αφού άδειασα σε μια κόλλα χαρτί όλο το δηλητήριο που μάζεψα τις τελευταίες μέρες, τα ξεχνάω όλα, μαζεύω λίγα ρούχα, πολύ λήθη και ήρθε ο καιρός να φεύγω. Όμορφος, μακρύς δρόμος, δε ξέρω που θα με βγάλει, μα θα είναι καλά...

θα γυρίσω γεμάτη αναμνήσεις και ανάσες... Θα αφήσω πίσω μου αγαπημένους στίχους να με υποδεχθούν όταν επιστρέψω κουρασμένη και ξεκούραστη, ανάλαφρη και με όρεξη για φθινοπωρινούς μονόλογους.

- - - - - - -
Κουβάλησα μια ζωή ολόκληρη μια άγκυρα μέσα στο στήθος μου
που ήταν ο φόβος
Με τον καιρό, με τα χρόνια
και τα σχοινιά της και τα κομμάτια μετάλλου μες της φλέβες μου
γεννήσαν ανθό και ο ανθός γέμισε με χέρια
και αυτά δώσαν τα μάτια
και ο μίσχος έγινε λαιμός και αυτός
έδωσε το δέρμα
Οι δρόμοι του νερού σκάψαν τα αγγεία
και αυτά φέραν το αίμα
Και όταν η αλμύρα έτρεξε άφθονη, τα μάτια του άνοιξε ένας άλλος
άνθρωπος
μ' αγκάθια τριχωτός κυνηγημένος
Η σκιά μου τώρα δείχνει δύο σκιές
Η ζωή μου ως φαίνεται μέχρι το τέλος θα είναι αυτή
Στον ίδιο φόνο το δίλημμα θα σκοτώνει την απόφαση
Το "αν" θα γίνεται επιγραφή φωτεινή και θέμα πρώτο στις ειδήσεις
Ένας άνθρωπος φοβισμένος,
αυτός που σε όλους μοιάζει και κανένα δεν απειλεί.

- - - - - - -
Φλεβάρης 2005

Γερνάμε και όλα μας προσπερνούν
Νέα χέρια, νέο χώμα, νέες πέτρες το ίδιο άκαρδες
Νέες καρδιές πιο πέτρινες
’λλοι δρόμοι άλλα ονόματα
"παλιά ήσουν όμορφη, θυμάσαι;"
Παλιά αγάλματα
Η Ζωή που περνά τα πόδια της μέσα από γυαλιά σπασμένα και πίσω της
κούκλα πάνινη σέρνει τη ζωή της
Η πνοή της ήττας παίρνει τη μορφή της παλάμης και αυτή χτυπά τον ώμο
όσο κρυφά χαμογελά
Και οι δύο παλάμες μας σαν προσευχή με τους αντίχειρες στη μέση της
χαρακιάς από το μέτωπο, ενός κεφαλιού σκυμμένου, όσο κρυφά κλαίμε
Το νόημα είναι ένα έθιμο της Καθαράς Δευτέρας
Που μπορεί να σε βγάλει στην σαρακοστή των αισθήσεων
ή πάλι να σε κάνει τον ήχο αυτό, θέλω να πω για την κίνηση της
ανεστραμμένης υπερβολής, της ελπίδας πριν πεθάνει
της τελευταίας προσπάθειας
το παίξιμο της πολύχρωμης ουράς του χαρταετού πριν συντριβεί
το ξύλο του σκελετού που σπάει
το παιδί που δεν κλαίει μα θα κλάψει γι αυτά που θα χάσει.

Ν.


Ευχαριστώ!

Ένα τέλος καλό

Παλεύω να ταίσω τις αγωνίες μου
να βρω τον τελικό σκοπό μου.
Πάλι τα μάτια σου λοξοκοιτούν το παράλογό μου
δε θέλω να σε φέρνω σε τέτοια δύσκολη θέση

Ήταν περίεργη μέρα, δεν ξέρω γιατί να μελαγχολήσω
αλλά, να, κάπως πλανιόταν μια θλίψη στο μυαλό μου.
Υπάρχει μια ανάγκη να κάνω ΤΩΡΑ κάτι άλλο, κάτι πιο ανακουφιστικό.

Να ακούσω, για παράδειγμα, την εξέλιξη του καλοκαιριού
και τον ήχο των αστεριών.

Να έρθω να σε βρω, στο ίδιο σημείο που σε άφησα
να λυτρώνεις τις εμμονές, τις ευαισθησίες σου
σε ποτήρια παραγεμισμένης ανάγκης.

Δεν έχω μουσική απόψε
δεν έχω μελωδίες, καταλαβαίνεις;

Μικραίνω σταδιακά, γίνομαι μικρό σημαδάκι λευκό
σε μια ολόμαυρη σελίδα - νύχτα
Ύστερα, ένα κόκκινο στυλό ανάβει ιδέες παρορμητικές
που είναι, βέβαια καταδικασμένες.
Θα κατοικήσουν φευγαλέα στις λίγες άδειες στιγμές
πριν ανάψω το τσιγάρο μου.

Ας είναι. Κι αυτό το παραμύθι πρέπει να έχει ένα τέλος.
Όλα έχουν.
Φοράω ύστατη ελπίδα σε όλα τα αστέρια απόψε
το τέλος αυτό να είναι καλό.

Υψώνω το ποτήρι, μια πρόποση για το λίγο του σήμερα.

12.8.05

Τα καλά της 12ης Αυγούστου

Δεν πρόλαβε να αλλάξει η ώρα και αρχίσαν να έρχονται, στην αρχή δειλά, μετά απόχτησαν θάρρος, ανοίξαν διάπλατα την πόρτα και ήρθαν και μου στρώθηκαν στον καναπέ. Με κοιτούν αδιάκοπα, θα είναι εδώ σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο... Να δούμε τι μυστικά κουβαλούν, τι χαρές, τι λύπες, αλλά πιο πολύ ανυπομονώ για τις εκπλήξεις... Τα 28 μου χρόνια...

Λοιπόν, καλό Νο1: Το σούπερ μήνυμα που έσκασε στο κινητό μου για χρόνια πολλά ακριβώς 00:00:34!

Καλό Νο2: Ότι ευχές έχω μαζέψει στο σακούλι μου θα πραγματοποιηθούν εντός ολίγων ωρών, Περσείδες είναι αυτές, έρχονται να πέσουν μαζεμένες.

Καλό Νο3: ένα υπέροχο post για την τιμωρία ενός αναίσχυντου τύπου, γνωστό στην blog-οσφαιρα με το όνομα Zpi, ο οποίος διαδίδει ότι είμαι μεγαλύτερη! Ναι, εγώ μεγαλύτερη!, ενώ είμαι πολύ πολύ μικρή, είπαμε, 16 με το ζόρι! :)

Ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σου, και θα προσπαθήσω να αφήσω και κανένα αστεράκι και για σένα, να κάνεις κι εσύ γενέθλια καλό μου παιδί!

Καλό Νο4: Δεν έχω ακόμα, αλλά κάτι μου λέει ότι μέχρι να στρωθώ κατά τις τρεις το βράδυ στην ταράτσα με όλες τις απαραίτητες προμήθειες σε αλκοόλ θα έχουν συμβεί αρκετά καλά πράγματα ακόμα.

Και μπορώ να με φανταστώ πως θα είμαι το επόμενο πρωί στις εξετάσεις...