24.9.05

Καλύτερη η σιωπή

Σιωπώ, γιατί αλλιώς μόνο κάτι μαυρίλες έχω πρόχειρες. Έτσι, χαζεύω νωχελικά τις στιγμές που φεύγουν τρέχοντας σαν να θέλουν να ομολογήσουν το μεγάλο μυστικό. Θα τολμήσω να ονομάσω αυτή την κατάσταση την "αρρώστια της καταιγίδας". Όχι ότι έχει άμεση σχέση, απλά έτυχε να συμπέσουν τα δύο αυτά γεγονότα στο κεφάλι μου.

Το μυαλό μου τώρα προσπαθεί να ανταπεξέλθει στον δυϊσμό. Την μια υπάρχει η απόλυτα τρομαχτική γαλήνη, σαν αυτή πριν έρθει η πιο σφοδρή καταιγίδα, και την άλλη την απόλυτη καταιγίδα, με ηχηρούς και τρομαχτικούς κεραυνούς, να πέφτουν πάνω σε κάθε υγιή σκέψη και να την καίνε. Και πάλι από την αρχή, σε γρήγορες παραλλαγές. Αισθήσεις σαν δέντρα απομεινάρια αστραπών. Καμένα. Κενά.

Υπάρχει για όλα μια φάση. Και στον αντίποδα μια αντίφαση. Το αλκοόλ με αγριοκέρασα που με συντροφεύει απόψε είναι πολύ γλυκό. Τόσο αντίθετα γλυκό από την ζωή μου τις τελευταίες μέρες. Ούτε κι εγώ η ίδια δε ξέρω τι θρηνώ. Αν ήξερα ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα. Θα είχα ένα καλό λόγο για τη φάτσα που περιφέρω στραβωμένη από δω κι από κει.

Μερικές φορές τα πράγματα έρχονται κι από μόνα τους βολικά. Όπως για παράδειγμα όταν προχθές πήγα σε δημόσια υπηρεσία. Είχα ένα καλό λόγο να έχω νεύρα όλη την υπόλοιπη μέρα. Γιατί είναι γνωστό ότι δε μπορείς να φύγεις καλά από δημόσια υπηρεσία.

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, έχω μια επιθυμία να βγω, να πάω να τυλιχτώ με την υπόλοιπη πολυκοσμία ενός μαγαζιού για χορό, να μεθύσω και να χορεύω ως το πρωί. Αλλά δεν θέλω να δω και να μιλήσω σε κανένα. Το βρίσκω πολύ βαρετό. Δε θα βγω λοιπόν. Θα μείνω σπίτι να μεθύσω με τα αγριοκέρασα που λιώνουν τα παγάκια στο ποτήρι μου. Κι είναι απίστευτα γλυκά. Ίσως με κάνουν να ξεχάσω τον πονοκέφαλο.

16.9.05

Επιλογές

Υπάρχουν πόρτες που χάσκουν κλειστές, μπροστά μου, πλάι μου, πίσω μου.

Τολμώ να χτυπήσω μια.

- "Μήπως..."

Δεν προλαβαίνω να αρθρώσω λέξη, η πόρτα ανοίγει λίγο, μια χαραμάδα, μια ακτίδα φωτός διαπερνάει το σκοτεινό μου σημείο. Αμέσως μετά κλείνει με δύναμη μπροστά στο πρόσωπό μου. Η συνέχεια της ερώτησης στέκεται αποσβολωμένη στην άκρη των χειλιών μου.

Η σκέψη μου πετάει προς στιγμήν στις υπόλοιπες πόρτες. Ο φόβος θηριεύει. Που να κρύβεται αυτός ο βρωμερός ΖΟΝΚ μαζί με τους κλώνους του?

Γυρίζω πίσω.
...

Υπάρχουν, άμα θέλετε να ξέρετε, αγαπητές (...) κλειστές πόρτες, κι άλλα μονοπάτια.

Κι αν δεν υπάρχουν, υπάρχουν βροχές, αέρηδες και κύματα. Όταν υπάρχει ο προορισμός, δημιουργείται ο δρόμος.

Κι ας κάνουμε χιλιάδες κύκλους γύρω από ένα τόσο δα μικρό και ασήμαντο σημείο.

Το σημείο που αναγράφει με μεγάλα φωσφοριζέ κόκκινα γράμματα "ΘΕΛΩ".

15.9.05

Σήμερα βροχή

Ήρθε η βροχή σήμερα να με βρει. Στην αρχή δειλά, ξεκίνησε ένα τραγούδι, αλλά ήταν μικρό, ίσα που έβγαλε το δεκάλεπτο... Μετά σιγή. Με άφησε να περιπλανιέμαι στην άδεια πόλη, από την μια άκρη στην άλλη, κοιτώντας τον ουρανό, παρακαλώντας να έρθει.

Υπήρχε ζέστη, πολύ ζέστη. Ο αέρας κάποιες στιγμές ήταν τόσο βαρύς που με δυσκολία τον έκανα δικό μου μέσα στο κορμί μου. Μετά πάλι, ένα αεράκι όλο υποσχέσεις έμπαινε βιαστικά από τα παράθυρα... Τίποτα... Η ώρα περνούσε, ο ουρανός ασταμάτητα γκρίζος, δεν ήθελε φαίνεται να προδώσει κανένα μυστικό σήμερα. Κι η βροχή πουθενά.

Έφτασε το μεσημέρι. Κάτι δειλές προσπάθειες επίδειξης βρόχινης ικανότητας φάνηκαν. Κάτι ξεδιάντροπες μεγάλες σταγόνες έκαναν μια μικρή κι εντυπωσιακή πρεμιέρα. Κι αυτό το τραγούδι μικρό. Πιο πονεμένο από το προηγούμενο. Σταμάτησε το ίδιο απότομα. Αέρας, υγρασία, γκρι ουρανός, βαριά ατμόσφαιρα, μέρα γεμάτη υποψίες, γεμάτη διχασμένα στιχάκια "Θα βρέξει...", "Δε θα βρέξει"...

Λίγο αργότερα, εγώ, πάλι, στο δρόμο. Στην επιστροφή. Αφήνοντας πίσω μου το κλειστό κτίριο, βρέθηκα επιτέλους σε ένα βρόχινο χορό. Είχε έρθει επιτέλους η βροχή. Περπατήσαμε μαζί, πολύ ώρα. Η πόλη ήταν ακόμα πιο άδεια αυτή τη φορά. Η βροχή ήρθε κι έκατσε φιλικά στους ώμους μου, χάιδευε τα μαλλιά μου όλη την ώρα, και μου ψιθύριζε ολόκληρο το τραγούδι της αυτή τη φορά.

Πόσο χαρούμενη ήμουν σήμερα! Το ήξερα ότι θα έρθει να με βρει, έτσι ήρεμη, θα καθάριζε το μυαλό μου από όλες τις βαριές καλοκαιρινές ανάσες. Πλύθηκε η ψυχή μου, καθάρισε η σκόνη του καλοκαιριού από τη πλάτη μου. Κοίταξα μια στιγμή τον ουρανό. Επέμενε στο γκρίζο μυστήριό του. Κατάλαβα ότι δεν ήθελε ερωτήσεις σήμερα.

Ας είναι. Τώρα μπορώ να δεχτώ τις επόμενες λιακάδες με πιο καθαρή καρδιά. Και τις επόμενες βροχές με πιο μεγάλη λαχτάρα.

13.9.05

Στρουμφοκομουνισμός (?)

Το έλαβα πριν λίγο με e-mail. Λίγα γνωρίζω για την κομμουνιστική θεωρία, δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη για το κείμενο, πέρα από ότι μου αρέσει ο τρόπος που γίνονται οι παραλληλισμοί. Έχει πλάκα. Δεν έχω ιδέα ποιος το έχει γράψει, δεν το αναφέρει στο e-mail, ενώ το έχω λάβει ως τρίτο ή τέταρτο forward.


Η θεωρία ότι τα αθώα στρουμφάκια προβάλλουν την κομμουνιστική θεωρία κυκλοφορεί εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ενώ οι συνοδευτικές θεωρίες συνομωσίας (ότι δηλαδή είναι πράγματι φτιαγμένα έτσι από τους σοβιετικούς για να έχουν τα παιδιά επαφή με τα κομμουνιστικά ιδεώδη) αντικρούονται ως υπερβολικές, τα σημάδια ότι, ηθελημένα ή μη, το χωριό των αγαπημένων ηρώων των παιδικών μας χρόνων είναι στην πραγματικότητα μία μικρογραφία της ουτοπικής κομμουνιστικής κοινωνίας είναι αδιάψευστα.

Αρχίζει πρώτα κανείς από το γεγονός ότι το χρήμα απουσιάζει από το στουμφοχωριό. Οι δουλειές έχουν μοιραστεί στα μισά περίπου στρουμφάκια που έχουν στερεοτυπικούς ρόλους μέσα στην στρουμφοκοινωνία: ο Προκόπης είναι οι εργάτες, ο Κηπευτής (farmer) είναι η αγροτική τάξη, ο Ζωγράφος και ο Ντορεμί οι καλλιτέχνες, ο Λιχούδης ο μάγειρας και ο Ράφτης είναι... ο ράφτης. Όλοι αυτοί κάνουν ο καθένας τη δουλειά του για όλα τα στρουμφάκια του χωριού χωρίς να ζητά αντάλλαγμα. Τα άλλα μισά στρουμφάκια είναι παραδείγματα ελαττωμάτων που η κοινωνία των στρουμφ βλέπει ως αρνητικά. Ο Χουζουρης έχει την τεμπελιά του, ο Λιχούδης την λαιμαργία, ο Μελένιος τη ματαιοδοξία. Τα περισσότερα επεισόδια με κεντρικούς ήρωες τέτοιους χαρακτήρες έχουν ηθικό δίδαγμα το πόσο κακό είναι το αντίστοιχο ελάττωμα για τη στρουμφοκοινωνία.

Και φυσικά το δίδαγμα το εκφράζει πολύ συχνά η συμβουλευτική φωνή του πάνσοφου Παπαστρούμφ. Ο "κόκκινος πατέρας" όλου του χωριού που φροντίζει για τη ευημερία αλλά και την ισότητα στο χωριό, είναι ο μοναδικός αξιωματούχος στο χωριό και ο μοναδικός που αναγνωρίζεται ως κοινωνικά ανώτερος από οποιοδήποτε άλλο στρουμφάκι. Συγκεκριμένα τα κόκκινα ρούχα του έχουν εμπνεύσει και το (σχεδόν σίγουρα retro-acronym) S.M.U.R.F. = Socialist Men Under a Red Father. Παρά την οπτική ομοιότητά του όμως με την επίσης γενειοφόρα φιγούρα του Μαρξ ο ρόλος του στη στρουμφοκοινωνία είναι ο ίδιος με του Στάλιν.

Η μεγαλύτερη βέβαια απόδειξη για τον παραλληλισμό με το σοβιετικό καθεστώς είναι ο Σπιρτούλης. Ο Σπιρτούλης είναι ο Τρότσκι. Λέει ότι είναι βοηθός(και διάδοχος σε ένα επεισόδιο) του Παπαστρούμφ, αν και σε ένα άλλο επεισόδιο κάνει ένα από τα πραξικοπήματα που έχουν γίνει στο στρουμφοχωριό και γίνεται βασιλιάς απουσία του Παπαστρούμφ (τα μισά στρουμφάκια διοργανώνουν αντίσταση). Και φυσικά το κλασσικό πέταγμα του Σπιρτούλη από το χωριό είναι παραλλησιμός με την εξορία του Τρότσκι.

Και ο Δρακουμέλ; Απλώς ένας κακός μάγος που κυνηγάει τα στρουμφάκια για να τα φάει; Να τα φάει από ένα σημείο και μετά γιατί στα αρχικά επεισόδια θέλει να πιάσει έξι από αυτά για να τελειώσει το ξόρκι που θα του επιτρέψει να φτιάξει χρυσάφι. Έτσι κάποιος μπορεί να δει το Δρακουμέλ σαν ενσάρκωση του καπιταλισμού που σκοπό έχει να καταστρέψει την ουτοπική κοινωνία των στρούμφ για το κέρδος.

Και βέβαια υπάρχουν συγκεκριμένα επεισόδια που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς ως επιχειρήματα. Το επεισόδιο με τα σοκολατένια νομίσματα είναι τοπίο συχνά αναφερόμενο. Ο Δρακουμέλ και η μαμά του στέλνουν το σατανικό σπόρο στην αυλή του Λιχούδη και φυτρώνει ένα δέντρο με σοκολατένια νομίσματα τα οποία δοκιμάζει ο Λιχούδης. Μετά αντί να τα μοιραστεί με τα άλλα στρουμφάκια (τι πιο φυσιολογικό στην κομμουνιστική κοινωνία) τα θεωρεί δικά του (ιδιοκτησία = καπιταλισμός) και τα πουλάει στα άλλα στρουμφάκια αντί απαραίτητων γι αυτά εργαλεία (τα βάρη του Προκόπη, την τσάπα του κηπουρού, τα εργαλεία του Ξεφτέρη). Χωρίς αυτά η στρουμφοκοινωνία καταρρέει αφού δεν μπορεί να παραχθεί τίποτα. Η κατάσταση σώζεται μετά από παρέμβαση του Παπαστρούμφ που εξηγεί στο λιχούδη ότι για την κατάσταση φταίει η παράλογη ανάγκη του να συγκεντρώσει πλούτο. Σε άλλο επεισόδιο η αυτόματη μηχανή παραγωγής φαγητού του Ξεφτέρη οδηγεί τα στρουμφάκια σε υπερκατανάλωση με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι φυσικοί πόροι (στρουμφόμουρα). Ακολουθεί πανικός και την κρίση αποτρέπει ο Παπαστρούμφ μετά από καταστροφή της μηχανής με ένα πενταετές πλάνο... εεε.. δηλαδή με μια αποθήκη με φαγητό.

Πραξικόπημα στο χωριό γίνεται 2 φορές. Μία από τον Σπιρτούλη και μία απο τη Στρουμφίτα που θέλει να γίνει "Βασίλισσα για μια μέρα". Και τα δύο καταλήγουν σε μάχη που όμως σταματά ο Παπαστρούμφ βάζοντας τέλος σε ιδέες περί βασιλείας.


Ωστόσο, να σημειώσω εδώ ότι τα γουστάρω τρελά τα στρουμφάκια και λατρεύω τον πολυαγαπημένο μου Χουζούρη, και το τραγουδάκι του που έχει αφιερώσει στα γ...ξυπνητήρια.

"Μη με ξυπνάς απ΄τις 6
προτού ο ήλιος να φέξει..."

11.9.05

Κυριακή μεσημέρι

Τώρα ένιωσα, κάπως ξαφνικά, ότι οι έννοιες δεν βγαίνουν από μέσα μου τόσο εύκολα όσο χτες. Χτες ήταν το αυθόρμητο, σήμερα μια γρανιτένια απορία. Η μέθοδος αλλαγής των σίγουρων δεδομένων μου διαφεύγει. Έτσι κι αλλιώς υπάρχει μια αυτόματη διαδικασία. Ονομάζεται εξέλιξη.

Όσες σπονδές κι αν κάνω σε πράγματα που ποτέ δεν θα ήθελα να αλλάξουν δεν υπάρχει τρόπος να καταφέρω κάτι. Έρχονται αυθάδικα και γελούν στα μούτρα μου, με καθηλώνουν σα σε μαγικά ξόρκια, να τα βλέπω όλα αλλαγμένα, χωρίς καν η δύναμή μου να φτάνει καμία από τις λεπτομέρειές τους.

Όπως για παράδειγμα ο εφηβικός μου έρωτας. Δεν με εμπνέει πια. Δεν με λυπεί. Τώρα κάτι άτσαλες ανάγκες προστάζουν άλλα θέλω. Κι εγώ τους κάνω το χατίρι. Καταστρώνω σχέδια, βάζω ορόσημα να με κοιτούν σαν χάνοι όταν δε τα πραγματοποιώ και τα προσπερνώ για άλλες φαντασίες.

Με άλικα χρώματα βάφω τη ψυχή μου και στέκομαι να αφουγκραστώ τι γίνεται τώρα. Μέσα σε μια δίνη λικνίζομαι αβέβαια μια προς τα εμπρός, μια προς τα πίσω. Δεν είναι το θέμα αν πέσω, σχεδόν πάντα πέφτω, αλλά εκεί είναι όλη η γλύκα και αυτό είναι σίγουρα μια άλλη μεγάλη κουβέντα. Μπορεί να ξεδιπλωθεί μόνο με αλκοόλ, αλλιώς τα νοήματά της χάνονται στην καθαρή σκέψη.

Ο εφηβικός μου έρωτας... Ήταν καταδικασμένος σε αιώνιο θάνατο. Κι έτσι έγινε. Πουθενά δεν υπάρχει ένα χαμένο βιβλίο να λέει κάτι για την ανάστασή του. Τώρα με κοιτά από κάποια χαραμάδα του ουρανού τα βράδια. Γι αυτό αφήνω πάντα ένα φως αναμμένο, να με βλέπει. Να βλέπει το τρόπο που σιγά σιγά λιώνει η αντοχή μου στους ψεύτικους ανθρώπους, σε αυτούς του βολεμένους που ανέχεται η φαντασία μου.

Εξέλιξη, ε? Αυτόματη διαδικασία, ε? Είναι σαν να διαλέγω τα υφάσματα και να τα προβάρω στις έννοιες που μπερδεύονται στο μυαλό μου. Ότι δε μου κάνει, το ρίχνω σε ένα καλάθι που έχω πρόχειρο για τέτοιες άσχημες περιστάσεις. Ανακύκλωση συναισθημάτων το λέω εγώ.

Προσπαθώ να χωρέσω τα συναισθήματα σε λέξεις. Το αποτέλεσμα είναι μάλλον αστείο. Σαν να προσπαθεί κάποιος να χωρέσει σε ρούχα τρία νούμερα μικρότερα. Οι ραφές ανοίγουν, κάποια σημεία σχίζονται, ωστόσο μπορεί αυτός ο κάποιος να στέκει με περηφάνια μπροστά στον καθρέφτη. Τελικά χώρεσε.

Τώρα που δεν είμαι πια έφηβη, και που ο εφηβικός μου έρωτας έσβησε στον ουρανό, τώρα που είμαι μονίμως μεθυσμένη, τώρα είναι που θα έρθει ο μεθυσμένος μου έρωτας να με βρει. Ξαφνικά, σαν ένα δυνατό σφηνάκι τεκίλα, με όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ κανέλας και πορτοκαλιού. Σε όλες αυτές τις αποχρώσεις των αλκοολικών αρωμάτων θα γίνουν στάχτη όλες οι προσμονές. Όλες. Και θα αρχίσει ένα νέο αυτοκαταστροφικό ταξίδι. Ένα ταξίδι χρωμάτων που θα αφήνει σημάδια σε όλους τους δρόμους, σαν κηλίδες αίμα που θα φεύγουν χωρίς προειδοποίηση από τις ανοιχτές πληγές. Τα σημάδια του χρόνου.

Έχω αρχίσει να μαζεύω τα πορτοκάλια και να τα κόβω στις ανάλογες φέτες, ιεροτελεστικά. Περιμένω.

9.9.05

Ενθύμιο ...ονείρου

Είναι που είδα αυτό το παράξενο όνειρο και είναι τα λόγια μου έτσι μπερδεμένα και το πρόσωπό μου χλωμό. Είδα ότι οδηγούσα μηχανή, μέσα σε λασπωμένους δρόμους επαρχιακούς, μιας περιοχής τρομακτικής και σκοτεινής. Εγώ έτρεχα και δεν φοβόμουν, έκανα επικίνδυνα σάλτα και συνέχιζα, μέχρι που σκέφτηκα ότι δεν θέλω να οδηγώ μηχανές, δεν ξέρω και με τρομάζουν. Τότε η μηχανή εξαφανίστηκε, βρέθηκα σε ένα παλιό αρχοντικό στη κορυφή μιας σκάλας που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα. Φορούσα ένα όμορφο μεταξωτό μπλουζάκι ανοιχτό στη πλάτη, με ράντες κι ήταν τόσο όμορφη η αίσθηση του μεταξιού και των μαλλιών μου που χάιδευαν την γυμνή μου πλάτη που χαμογελούσα με ευχαρίστηση.

Στο τέλος της σκάλας εμφανίστηκε μια παράξενη μορφή, άντρας μελαχρινός, γεροδεμένος σαν να βγήκε από παραμύθι με σαμουράι, είχε στη ζώνη του περασμένο ένα σπαθί. Σταμάτησε και με κοίταξε με τα μάτια του να λάμπουν από τη σκοτεινιά. Στα χέρια του κρατούσε μια τράπουλα και με επιδέξιες κινήσεις στον αέρα σχεδόν, μοίρασε τα χαρτιά σε διάφορα σκαλοπάτια. Μερικά έπεσαν στα πόδια μου, ανάποδα όμως, δεν έβλεπα τι ήταν. Μερικά έπεσαν στα δικά του πόδια. Τα πήρε, τα κοίταξε με προσοχή, τα έκρυψε στη ζώνη του και μαζεύοντας τα υπόλοιπα χαρτιά από τα άλλα σκαλοπάτια έκανε να φύγει. "Εγώ?" του φώναξα "Τι να κάνω?" Με κοίταξε σαν να λυπόταν την άγνοιά μου και μου φώναξε να τα κρατήσω για ενθύμιο. Ενθύμιο από τι?

Ξύπνησα, έτσι ξαφνικά σαν να μην κοιμόμουν. Και νιώθω αυτό το βλέμμα της σκοτεινιάς να με κοιτά ακόμα.

8.9.05

Λέξεων παιχνίδια

Το νόημα που καταπίνω σε μεγάλες γουλιές δε φαίνεται να ελπίζει σε ανάκαμψη της κατάστασης. Είμαι πνιγηρή, αυτό είμαι. Δοξάζω κάθε παραμύθι για να ισοπεδωθώ την επόμενη στιγμή και να ζωγραφίσω με τα πιο μεγάλα και έντονα γράμματα, ότι, ξέρεις? αυτή είναι η γαμημένη πραγματικότητα.

Και δε μου αρέσει, ούτε κι εσένα, μα βρίσκω μια τρελή ηδονή να στην πετάω στα μούτρα μόνο για να σου δείξω πόσο υπερέχω που εγώ την έχω καταπιεί κι έχω βγει νικήτρια. Πλέον δε με νοιάζει, έχω γεμίσει μουσικές και οπτασίες τη σκέψη μου και δε χορταίνω να ανεβαίνω σε λόφους σιγοτραγουδώντας, περπατώντας χορευτικά.

Δε με νοιάζει. Οι τρελοί και οι ονειροπόλοι δεν είναι το ίδιο, αλλά εγώ τα καταφέρνω και τα δύο εξίσου καλά. Και συνεχίζω να χορεύω περπατώντας. Και να γράφω χωρίς να κρατώ χαρτί και στυλό. Μικρά γράμματα ξεπηδούν από δω κι από κει, γίνονται λέξεις και τσουπ! να κι άλλο ένα ανόητο νόημα και συμπέρασμα.

Υπάρχει μια διαδικασία για όλα. Από το Α πας στο Β κι από κει στο Γ. Αν διψάς πίνεις νερό. Κι αν πονάς κλαις ή γελάς. Σβούρα το μυαλό μου παλεύει να κρυφτεί στους πιο ανοιχτούς δρόμους και εκεί τίποτα δεν γίνεται, γυρίζει πίσω λυπημένο. Κανένα από τα συμπεράσματα δεν βοηθούν κατόπιν της επιστροφής. Πάλι όλα αναιρούνται, και ξεκινώ από την αρχή να κάνω άλλη μια υπέροχη γιορτή στο τίποτα.

Και το ωραιότερο των παιχνιδιών παραμένει αυτό με τις λέξεις.

5.9.05

Αντίστροφος άνεμος

Κάπως κινείται απόψε ο αέρας, λίγο αντίστροφα. Αντί να παίρνει τις σκέψεις μακριά, τις φέρνει πιο μέσα στο μυαλό, μαζεύτηκαν πολλές, ένα κουβάρι, λίγο ακόμα και ο χορός τους θα μετατραπεί σε βίαιη μάχη. Το άσπρο και το μαύρο θέλουν καθένα το μερίδιό τους. Δεν επιθυμούν συμβιβασμούς, ούτε ηρεμία, εύχονται να γίνει η μάχη, έτσι για να υπάρχει λόγος για την ύπαρξή τους. Ωστόσο να σημειώσω ότι και τα δύο θα χάσουν. Στο βάθρο περήφανο και πάλι το πολύχρωμο, αυτό που δεν περιλαμβάνει το γκρι. Γιατί έτσι.

Κοιτώ μπροστά: λαβύρινθος. Κοιτώ πίσω: ομίχλη. Δεξιά κι αριστερά τα δύο διάσημα τερατάκια, ένας λευκός άγγελος κι ένας κόκκινος διαβολάκος, παίζουν με την αντοχή μου, με την επιμονή μου στο αδύνατο. Πλήρης σύγχυση πάλι σε εξέλιξη, πάντα σε εξέλιξη. Να μη μου βγαίνει κάτι γλυκό και νωχελικό να πω, παρά μόνο παράπονα. Δε μου αρέσει αυτό.

Βελούδινες φωνές μπορούν να βοηθήσουν και σε αυτό το παραλήρημα, υπάρχουν και συγκεκριμένες αναμνήσεις που εξαιρούνται από τη λήθη κι αυτές είναι οι πιο παρανοϊκές. Όταν ήμουν μωρό, μπορούσα να κάθομαι ώρες στη κούνια μου χωρίς να παραπονιέμαι αρκεί να ήταν δίπλα μου ανοικτό το τρανζιστοράκι και να ακούω μουσικές. Η μαμά μου έχει να το λέει ακόμα. Και το κουσούρι αυτό μου έχει μείνει τόσα χρόνια μετά, το ραδιόφωνο να είναι μονίμως ανοικτό στο σπίτι μου, ακόμα κι όταν λείπω. Θέλω να έρχομαι σπίτι και να μην με περιμένει η σιωπή. Με τρομάζει η σιωπή.

Τα παράθυρα είναι ορθάνοικτα, σαν τα μάτια μου. Κοιτούν τον ακάλυπτο ψάχνοντας στα σκοτάδια να βρουν κάτι που να έχει ενδιαφέρον. Τίποτα, ακινησία. Όλο το απόγευμα τα χελιδόνια είχαν πάρτι. Τρελές φωνές που μάλλον διοργάνωναν τις επόμενες διακοπές τους. Κάπου ζεστά. Εγώ εδώ, κόντρα στον παγωμένο βοριά. Η παγωμένη του ανάσα έρχεται με δύναμη, ζαλίζει τις κουρτίνες που προσπαθούν κάπως να χορέψουν κι αγγίζει την ευαισθησία μου, έρχονται γλυκά χειμωνιάτικα σαββατιάτικα πρωινά, φαίνεται να λέει. Να δούμε.

Αυτό το αντίστροφο του ανέμου έχει ξυπνήσει την ανησυχία μου, χωρίς προφανή λόγο. Η ζέστη κάπου δραπέτευσε απόψε, αλλά κάπου εδώ γύρω τριγυρίζει, έχει πολλά γλυκά δειλινά ο Σεπτέμβρης να μας δώσει ακόμα. Έτσι πρέπει να είναι. Ίσως να φορέσω το μαγιό μου άλλη μια φορά και να πάω να συναντήσω τη θάλασσα, να δω ακόμα ένα ηλιοβασίλεμα πάνω από τα γαλάζια όνειρα που κοκκινίζουν ντροπαλά, βυθίζοντας με στο επερχόμενο σκοτάδι.

4.9.05

Υπογραμμίσεις

"Η μεγαλύτερη δύναμή σου είναι ότι φοβάσε το κάθετι."

"Τα χρήματα είναι όπως το σεξ. Φαίνονται πιο σπουδαία όταν δε τα 'χεις."

"Κοίταξα στο καθρέφτη. Μου άρεσε ο ευατός μου, αλλά δε μου άρεσε στο καθρέφτη. Δε μου έμοιαζε καθόλου."

"-Αυτή είναι η απάντησή σου σε όλα: το πιοτό.
-Όχι, αυτή είναι η απάντησή μου στο τίποτα."

"Το μυστικό είναι η απλότητα, αυτή σε οδηγεί στην αλήθεια, αυτή σε μαθαίνει να φτιάχνεις πράγματα, να γράφεις, να ζωγραφίζεις. Η ζωή είναι σοφή στην απλότητά της."

Υπογραμμίσεις από το Χόλλυγουντ του Τσαρλς Μπουκόβσκι.

3.9.05

Λογαριασμός

Μπαίνω σε ένα λεωφορείο, προορισμός Αίγιο. Στη πλάτη μου ένας μικρός σάκος με ελάχιστα ρούχα. Είμαι πλήρης. Φεύγω. Αργά το βράδυ θα μιλώ με τον πατέρα μου στη βεράντα που ευωδιάζει θάλασσα, θα ταλαιπωρώ με χάδια την Μάτα μου, θα πίνω σόδες να ξεφουσκώσω από το πολύ φαγητό που έχει φροντίσει η μανούλα μου να είναι έτοιμο. Αυτή είναι ζωή!

Οι μέρες που περνούν εκεί έχουν το ίδιο μοτίβο: Εγώ στον καναπέ, σαν κολλημένη, η τηλεόραση να δείχνει όλες τις εκδοχές για το αεροπορικό δυστύχημα, κι εγώ εκεί, να παρακολουθώ με ασυνήθιστο ενδιαφέρον όλα τα δελτία ειδήσεων. Περνούν οι μέρες, τρεις, τέσσερις, εφτά, εννιά. Ήρθε η ώρα να σηκωθώ. Στον ώμο ο ίδιος σάκος. Προορισμός Νάξος.

Τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα είναι στη Νάξο. Δεν το συζητώ. Κάθε μέρα και διαφορετικό. Και κάθε μέρα μαγικό. Όμορφο νησί, πολύ εντυπωσιακές παραλίες, φιλόξενος κόσμος, ηρεμία. Οκ ηρέμησα πέντε μέρες, πήρα και τις δόσεις μου από κόκκινα χρώματα στον ουρανό, καιρός να ψάξω μπάχαλα. Φεύγω, με τον ίδιο σάκο. Προορισμός Ίος.

Το αγαπημένο μου. Το πιο τέλειο μέρος ever. Μαγεία διάχυτη παντού, μια αίσθηση ελευθερίας και ψυχικής ανάτασης από την στιγμή που το καράβι πλησιάζει το λιμάνι. Είχα την ανάγκη να πάω να δηλώσω τα σέβη μου στον επίσημο βαπτιστή μου, τον Μυλοπότα. Η μαγικές του ενέργειες είναι το κάτι άλλο. Μια βουτιά και όλα είναι παρελθόν. Μια βουτιά είναι αρκετή για να νιώσω το χρόνο και τις αναμνήσεις να παίρνουν άλλο σχήμα, να χάνουν όγκο, να γίνονται όλα ελαφρά και να πηγαίνουν προς τον ουρανό. Έναν ουρανό που τα βράδια νομίζεις ότι θα σου πέσει στο κεφάλι, ότι θα απλώσεις τα χέρια και θα πιάσεις κάτι από αυτόν. Και μετά οι τρελές μπαρότσαρκες. Τέλος Αυγούστου, οι περισσότεροι άγριοι είχαν φύγει, το πάρτι ωστόσο διαρκούσε, με λίγους και καλούς. Λίγη η Ίος φέτος, μα θα με περιμένει μου είπε και του χρόνου και συνέχεια. Είμαι κι εγώ ένα μικρό κομμάτι της.

Επιστροφή. Με ένα βάρος στη καρδιά. Πάλι τα ίδια, πάλι διαφορετικά και φέτος. Όσες μέρες είμαι εδώ, εκτός από την δουλειά, κοιμάμαι. Βρίσκομαι ακόμα με βρεγμένα μαλλιά να κοιτώ το γαλάζιο της θάλασσας, το κόκκινο του ήλιου, να νιώθω το αλκοόλ να μου καίει τα σωθικά, διώχνοντας ότι ύποπτο μπορεί να μου χαλάσει την όμορφη εικόνα. Τα πόδια μου εξακολουθητικά λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Προσγειώνομαι λίγο απότομα στην καρέκλα του γραφείου, αλλά το έχω ξαναπεράσει. Σε λίγο καιρό θα το έχω αγνοήσει και δεν θα με πειράζει. Μπορεί στην δουλειά να μην μπορώ να ονειρευτώ, αλλά το όνειρο είναι εκεί και με περιμένει, λίγο πριν λίγο μετά, δεν έχει σημασία.

Μέρες απολογισμού αυτές που διανύω, τι έκανα, τι θα κάνω. Με περιμένουν με ανυπομονησία πολλές καταστάσεις, θα τις κάνω καλές. Υπάρχουν πολλές αισθήσεις που περιμένουν να τις νιώσω. Πολλά γέλια που δεν έκανα, πολλά όνειρα που με έχασαν αλλά με ξαναβρήκαν. Ένας κύκλος που κλείνει κι ένας νέος που ανοίγει, ή μια σπείρα που κλείνει προς το κέντρο. Ένας καθρέφτης να μου μιλάει, να με δείχνει διαφορετική από ότι είμαι. Λέξεις που περιμένουν να ειπωθούν κι αγγίγματα που ψάχνουν την αφή μου. Και η μυρωδιά του βοριά που θα φέρει τον χειμώνα.

1.9.05

Φθινόπωρο

Εφυλλορόησεν η άνοιξη, κι έσβησε το θέρος της αγάπης μας, και γέρνουν οι ιτιές κάτω στον ποταμό και γροικούνται οι θρήνοι μέσα στα δάση... Κάποιο προαίσθημα βαραίνει τα δέντρα... Ένα φθινόπωρο βαραίνει την καρδιά μου. Κι όταν η ανάμνησή σου διαβαίνει απάνω στην ψυχή μου, θρηνεί στο διάβα της κάποιο τρίξιμο απελπισμένων ονείρων, που κοίτονται χάμω και κλαίνε -σαν τα φύλλα, που ριγμένα χάμω στη γη, φωνάζουν από τον πόνο όταν διαβαίνουμε πάνω τους και τα πατούμε.


Ν. Καζαντζάκης, Όφις και Κρίνο

29.8.05

’γνωστοι

Θέλω ένας άγνωστος να έρθει να με πάρει αγκαλιά, ήρεμα όμως μη τρομάξω. Θα καταλάβω. Δε χρειάζεται τίποτα να ειπωθεί ούτε καν τα μάτια δε χρειάζεται να διασταυρωθούν. Μόνο για ένα άγγιγμα διψάει η ψυχή μου. Όχι ερωτήσεις, ούτε απαντήσεις, μόνο τρία συγκεκριμένα αποσιωπητικά και κραυγές που υποφέρουν από σιωπή.

Θέλω, δηλαδή, κάποιον άγνωστο να μου χαϊδέψει τα μαλλιά, και να κάνει υπομονή γιατί νομίζω ότι πέρασα πάλι απέναντι και με κοιτώ σαστισμένη, κάνοντας άλλα από αυτά που σκέφτομαι. Ίσως μερικά πράγματα να μην έχουν σημασία.

Έχω κρύψει στο συρτάρι μου το εισιτήριο της επιστροφής. Δύσκολη λέξη. Ο χρόνος κυλάει τώρα αντίστροφα και τα αστέρια από ψηλά αδυνατούν να πάρουν ριζοσπαστικές αποφάσεις. Ο "καλός χειμώνας" πλησιάζει, λίγο απειλητικά, μα βέβαια. Και γεμάτος αγνώστους.

13.8.05

Ώρα να φεύγω

Αφού άδειασα σε μια κόλλα χαρτί όλο το δηλητήριο που μάζεψα τις τελευταίες μέρες, τα ξεχνάω όλα, μαζεύω λίγα ρούχα, πολύ λήθη και ήρθε ο καιρός να φεύγω. Όμορφος, μακρύς δρόμος, δε ξέρω που θα με βγάλει, μα θα είναι καλά...

θα γυρίσω γεμάτη αναμνήσεις και ανάσες... Θα αφήσω πίσω μου αγαπημένους στίχους να με υποδεχθούν όταν επιστρέψω κουρασμένη και ξεκούραστη, ανάλαφρη και με όρεξη για φθινοπωρινούς μονόλογους.

- - - - - - -
Κουβάλησα μια ζωή ολόκληρη μια άγκυρα μέσα στο στήθος μου
που ήταν ο φόβος
Με τον καιρό, με τα χρόνια
και τα σχοινιά της και τα κομμάτια μετάλλου μες της φλέβες μου
γεννήσαν ανθό και ο ανθός γέμισε με χέρια
και αυτά δώσαν τα μάτια
και ο μίσχος έγινε λαιμός και αυτός
έδωσε το δέρμα
Οι δρόμοι του νερού σκάψαν τα αγγεία
και αυτά φέραν το αίμα
Και όταν η αλμύρα έτρεξε άφθονη, τα μάτια του άνοιξε ένας άλλος
άνθρωπος
μ' αγκάθια τριχωτός κυνηγημένος
Η σκιά μου τώρα δείχνει δύο σκιές
Η ζωή μου ως φαίνεται μέχρι το τέλος θα είναι αυτή
Στον ίδιο φόνο το δίλημμα θα σκοτώνει την απόφαση
Το "αν" θα γίνεται επιγραφή φωτεινή και θέμα πρώτο στις ειδήσεις
Ένας άνθρωπος φοβισμένος,
αυτός που σε όλους μοιάζει και κανένα δεν απειλεί.

- - - - - - -
Φλεβάρης 2005

Γερνάμε και όλα μας προσπερνούν
Νέα χέρια, νέο χώμα, νέες πέτρες το ίδιο άκαρδες
Νέες καρδιές πιο πέτρινες
’λλοι δρόμοι άλλα ονόματα
"παλιά ήσουν όμορφη, θυμάσαι;"
Παλιά αγάλματα
Η Ζωή που περνά τα πόδια της μέσα από γυαλιά σπασμένα και πίσω της
κούκλα πάνινη σέρνει τη ζωή της
Η πνοή της ήττας παίρνει τη μορφή της παλάμης και αυτή χτυπά τον ώμο
όσο κρυφά χαμογελά
Και οι δύο παλάμες μας σαν προσευχή με τους αντίχειρες στη μέση της
χαρακιάς από το μέτωπο, ενός κεφαλιού σκυμμένου, όσο κρυφά κλαίμε
Το νόημα είναι ένα έθιμο της Καθαράς Δευτέρας
Που μπορεί να σε βγάλει στην σαρακοστή των αισθήσεων
ή πάλι να σε κάνει τον ήχο αυτό, θέλω να πω για την κίνηση της
ανεστραμμένης υπερβολής, της ελπίδας πριν πεθάνει
της τελευταίας προσπάθειας
το παίξιμο της πολύχρωμης ουράς του χαρταετού πριν συντριβεί
το ξύλο του σκελετού που σπάει
το παιδί που δεν κλαίει μα θα κλάψει γι αυτά που θα χάσει.

Ν.


Ευχαριστώ!

Ένα τέλος καλό

Παλεύω να ταίσω τις αγωνίες μου
να βρω τον τελικό σκοπό μου.
Πάλι τα μάτια σου λοξοκοιτούν το παράλογό μου
δε θέλω να σε φέρνω σε τέτοια δύσκολη θέση

Ήταν περίεργη μέρα, δεν ξέρω γιατί να μελαγχολήσω
αλλά, να, κάπως πλανιόταν μια θλίψη στο μυαλό μου.
Υπάρχει μια ανάγκη να κάνω ΤΩΡΑ κάτι άλλο, κάτι πιο ανακουφιστικό.

Να ακούσω, για παράδειγμα, την εξέλιξη του καλοκαιριού
και τον ήχο των αστεριών.

Να έρθω να σε βρω, στο ίδιο σημείο που σε άφησα
να λυτρώνεις τις εμμονές, τις ευαισθησίες σου
σε ποτήρια παραγεμισμένης ανάγκης.

Δεν έχω μουσική απόψε
δεν έχω μελωδίες, καταλαβαίνεις;

Μικραίνω σταδιακά, γίνομαι μικρό σημαδάκι λευκό
σε μια ολόμαυρη σελίδα - νύχτα
Ύστερα, ένα κόκκινο στυλό ανάβει ιδέες παρορμητικές
που είναι, βέβαια καταδικασμένες.
Θα κατοικήσουν φευγαλέα στις λίγες άδειες στιγμές
πριν ανάψω το τσιγάρο μου.

Ας είναι. Κι αυτό το παραμύθι πρέπει να έχει ένα τέλος.
Όλα έχουν.
Φοράω ύστατη ελπίδα σε όλα τα αστέρια απόψε
το τέλος αυτό να είναι καλό.

Υψώνω το ποτήρι, μια πρόποση για το λίγο του σήμερα.

12.8.05

Τα καλά της 12ης Αυγούστου

Δεν πρόλαβε να αλλάξει η ώρα και αρχίσαν να έρχονται, στην αρχή δειλά, μετά απόχτησαν θάρρος, ανοίξαν διάπλατα την πόρτα και ήρθαν και μου στρώθηκαν στον καναπέ. Με κοιτούν αδιάκοπα, θα είναι εδώ σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο... Να δούμε τι μυστικά κουβαλούν, τι χαρές, τι λύπες, αλλά πιο πολύ ανυπομονώ για τις εκπλήξεις... Τα 28 μου χρόνια...

Λοιπόν, καλό Νο1: Το σούπερ μήνυμα που έσκασε στο κινητό μου για χρόνια πολλά ακριβώς 00:00:34!

Καλό Νο2: Ότι ευχές έχω μαζέψει στο σακούλι μου θα πραγματοποιηθούν εντός ολίγων ωρών, Περσείδες είναι αυτές, έρχονται να πέσουν μαζεμένες.

Καλό Νο3: ένα υπέροχο post για την τιμωρία ενός αναίσχυντου τύπου, γνωστό στην blog-οσφαιρα με το όνομα Zpi, ο οποίος διαδίδει ότι είμαι μεγαλύτερη! Ναι, εγώ μεγαλύτερη!, ενώ είμαι πολύ πολύ μικρή, είπαμε, 16 με το ζόρι! :)

Ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σου, και θα προσπαθήσω να αφήσω και κανένα αστεράκι και για σένα, να κάνεις κι εσύ γενέθλια καλό μου παιδί!

Καλό Νο4: Δεν έχω ακόμα, αλλά κάτι μου λέει ότι μέχρι να στρωθώ κατά τις τρεις το βράδυ στην ταράτσα με όλες τις απαραίτητες προμήθειες σε αλκοόλ θα έχουν συμβεί αρκετά καλά πράγματα ακόμα.

Και μπορώ να με φανταστώ πως θα είμαι το επόμενο πρωί στις εξετάσεις...

11.8.05

Το κακό της 11ης Αυγούστου

Το κακό με την σημερινή μέρα είναι ότι αποτελεί την τελευταία μέρα των 27 μου χρόνων. Από αύριο στρογγυλεύει επικίνδυνα το 27 κλείνοντας, κι ανοίγοντας τον μαγικό δρόμο των 28, με όλα τα μυστικά που τον περιβάλλουν. Θα μπορούσα να αρχίσω να γκρινιάζω για τα χρόνια που περνάνε έτσι, τι στο διάολο, δεν έχω καταλάβει τίποτα.

Αλλά θα αρκεστώ στην υπέροχη παρατήρηση μιας φίλης μου, ότι έχω καταρρίψει όλους τους κανόνες που διέπουν τις κοπέλες των 28 χρονών. Είναι τόσο εμφανές ότι έχω μείνει στο 16, που αν μη τι άλλο, φουσκώνω με τέτοια υπερηφάνεια, σαν ξεπεσμένη ντίβα που την θυμήθηκε κάποιος παλιός θαυμαστής.

Ναι, είμαι ακόμα ένα παιδί, αθώο έτσι που να αγγίζει την αφέλεια. Σκέφτομαι παρορμητικά, σαν οι ορμόνες της εφηβείας μου να μην σταμάτησαν ποτέ να μαγειρεύουν στο μυαλό μου.

Αλλά αυτό που βρίσκεται τώρα στο μυαλό μου, και με γεμίζει δηλητήριο είναι η υποχρέωση που έχω το Σάββατο, να γράψω το τελευταίο μάθημα στο γαμώ-μεταπτυχιακό μου. Και θα γκρινιάξω γι αυτό, γιατί με σκάει. Γιατί δεν θέλω να πάω να γράψω ένα μάθημα, το οποίο το έδωσα όταν έπρεπε, έγραψα αρκετά καλά για το περάσω, όχι απλά με την βάση, αλλά τα γεγονότα με θέλουν στους μισούς από αυτούς που απέτυχαν.

Για την ιστορία, παρακολουθώ το μεταπτυχιακό που διοργανώνει το πανεπιστήμιο του Paisley σε σύμπραξη με το ΤΕΙ Πειραιά. Τα μαθήματα, εν ολίγοις, γίνονται στις εγκαταστάσεις του ΤΕΙ ενώ τα διδάσκουν οι Σκοτσέζοι καθηγητές, εκτός μερικών περιπτώσεων που τα έχουν αναλάβει οι καθηγητές του ΤΕΙ, των οποίων ο κύριος ρόλος είναι αυτός του tutor. Γι αυτό το λόγο τα μαθήματα πραγματοποιούνται σαββατοκύριακα, 9 με 5, και γι αυτό τώρα το μόνο που αισθάνομαι είναι κούραση, γιατί τα δύο τελευταία χρόνια, τα σ-κ του χειμώνα έτρεχα για μάθημα.

Αν το συνδυάσουμε με την υπάρχουσα δουλειά, δευτέρα με παρασκευή, ωράριο άστα να πάνε άγνωστο (έχω φύγει και ξημερώματα από το γραφείο, και όχι μία φορά), με τις δεύτερες δουλειές σε καφετέριες και μπαράκια, τα δύο προηγούμενα καλοκαίρια, όλα τα σ-κ του Ιουνίου-Ιουλίου και όλη την επίσημη άδεια από το γραφείο, καθώς και την χειμερινή δεύτερη δουλειά σε μπαράκι (να με έβλεπες Κυριακή πρωί, με 2 ώρες ύπνο, να τρέχω στη Νίκαια για μάθημα...) τον χειμώνα που πέρασε, νομίζω ότι φτιάχνουμε ένα υπέροχο κοκτέιλ "πως-να-γίνετε-κομμάτια-και-να-νιώθετε-κουρασμένοι-για-την-υπόλοιπη-ζωή-σας". Κι όλα αυτά για μία καύλα, μια επιθυμία να σπουδάσω κάτι που μου αρέσει και τίποτα παραπέρα, αλλά το μεταπτυχιακό κοστίζει, πολλά, και πρέπει και κάπως να ζήσω.

Στο θέμα μας. Τα γραπτά και οι εργασίες εξετάζονται από τους σκοτσέζους, όπως και να πραγματοποιείται το μάθημα. Πράγμα που σημαίνει ότι ότι παραδίδουμε στέλνετε στο Πανεπιστήμιο στη Σκοτία και διορθώνετε εκεί. Το μάθημα το οποίο πρέπει να δώσω μεθαύριο, ήταν μάθημα πρώτου εξαμήνου (τώρα τελείωσα το τέταρτο και τελευταίο) και το δίδασκε ένας Έλληνας καθηγητής, μεγάλη αποτυχία, δεν το συζητάω, το μάθημά του ήταν ο Μεγάλος Ύπνος.

Τα μάθημα αφορά την διαχείριση έργων πληροφορικής από εταιρίες. Η δουλειά που ασχολούμαι τα τελευταία 6 χρόνια. Είχα διαβάσει αρκετά, είχα και την σιγουριά ότι το κατέχω το αντικείμενο, πήγα να γράψω, έγραψα, και με το πιο απαισιόδοξο σενάριο έλεγα �το έχω περάσει� αν κάτι μου έλεγε ότι έχω γράψει και καλύτερα. Τα αποτελέσματα άργησαν, κι αντί να βγουν τον Φεβρουάριο, βγήκαν πέρσι τον Ιούνιο. Το μισό τμήμα κομμένο, και όσοι είχαν περάσει, κανείς δεν είχε βαθμολογία πάνω από 60%. Μιλάμε για παιδιά που έχουν συνεχόμενα Α, και σ�αυτό το μάθημα είχαν Β2. Κίνησα γη και ουρανό, κάτι δεν πάει καλά, δε μπορεί να κόπηκα. Έλα όμως, που ο κανονισμός σπουδών απαγορεύει την ένσταση από φοιτητή στην Ακαδημαϊκή Δικαιοδοσία (Academic authority), λόγω του γεγονότος ότι τα γραπτά διορθώνονται και από εξωτερικό εξεταστή. Οκ, λέω δε με παίρνει να κάνω και πολλά, έκανα ότι έκανα, ας κάνω τώρα τουμπεκί κι ας κολυμπήσω.

Πέρυσι το καλοκαίρι, δούλευα σε ένα άθλιο μπαράκι επαρχιώτικο, ήταν από τις πιο φρικτές εμπειρίες της ζωής μου. Πουτάνα ανάγκη, όμως, το βούλωνα και περίμενα να τελειώσει το μαρτύριο. Τα μεσημέρια διάβαζα, προετοιμαζόμουνα για την εξέταση, που θα γινόταν 14 Αυγούστου, με κάποια αηδία, δε λέω. Ωστόσο, γίνεται ένα μπέρδεμα με την γραμματεία του πανεπιστημίου, με περνάνε για κανονική φοιτήτρια που το χειμώνα βρίσκεται στο Paisley, κι αρχίζουν να μου ζητούν κάτι παράξενα χρηματικά ποσά για την επανεξέταση. Νευριάζω, αλλά τα δίνω. Λίγες μέρες πριν την εξέταση, μου στέλνουν άλλο ένα γράμμα το οποίο με πληροφορεί ότι πρέπει να δώσω ακόμα 20 ευρώ την ώρα, για την τρίωρη εξέταση συν 10 ευρώ το courier που θα σταλεί το γραπτό μου στη Σκοτία. Ε, εκεί τα πήρα, παίρνω τηλέφωνο την τύπισα που μου είχε στείλει το γράμμα, τη ξεχέζω και λέω ΤΕΛΟΣ. ’ντε γαμηθείτε.

Τυχαία τον Σεπτέμβρη, μιλώντας με τον υπεύθυνο του μεταπτυχιακού, μαθαίνω ότι ήταν λάθος κι ότι τα χρήματα που είχα δώσει το καλοκαίρι θα μου επιστραφούν. Οκ, λέω, ας συνεχίσω. Το χειμώνα που πέρασε έκανα κι άλλες κινήσεις για αναβαθμολόγηση, μιας και θα το έδινα πάλι τώρα, στις 13 αυγούστου. Έμαθα ότι όλοι οι βαθμοί είχαν περικοπεί κατά 20 βαθμούς το λιγότερο, αλλά επίσημα και πάλι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

Φυσικά, όλο αυτό το πανηγύρι, με το μισό τμήμα κομμένο, δεν αποτέλεσε για κανέναν υπεύθυνο αφορμή να το ψάξουν λίγο το θέμα. Και στην επιτροπή που συστάθηκε για την επανεξέταση, η οποία ανακάλυψε την μείωση των βαθμών, ένας από αυτούς που συμμετείχαν παραιτήθηκε, κάνοντας την κατάσταση σκατά, και θέτοντας ζητήματα ευθιξίας του καθηγητή. Ο οποίος, να σημειώσω, έδωσε πόδι στον έλληνα που έκανε το μάθημα πριν, και τώρα το κάνει ο ίδιος, φαντάζομαι με την δικαιολογία ότι ο έλληνας φταίει που όλο το τμήμα είχε αυτή την απόδοση στο σούπερ-γουάου-πίπα μάθημά του.

Και τώρα φτάσαμε στις 11 Αυγούστου. Κάθομαι κάθε απόγευμα επαναληπτικά πάνω από τις ογκώδεις σημειώσεις του μαλάκα, και κάνω φιλότιμες προσπάθειες να μη ξεράσω. Έχω διαβάσει ελάχιστα, μου μένει ακόμα μόνο το σημερινό απόγευμα και η αυριανή μέρα. Η ημέρα των 28ων γενεθλίων μου. Και μετά με περιμένουν διακοπές. Το δεύτερο «κύμα», άλλες 20 σχεδόν μερούλες. Διακοπές μετά από τρία χρόνια δουλειάς (και δουλείας), είναι σχεδόν απίστευτο. Αλλά μέσα μου κάτι με σκάει, κάτι με κάνει να μη θέλω να κάνω τίποτα απολύτως, έχω μια μεγάλη πληγή που δεν κλείνει, και ένα μεγάλο ΓΑΜΩΤΟ...

Το ξέρω τι πρέπει να κάνω: να σκάσω και να κολυμπήσω. Δεν τρέχει και τίποτα στην τελική, πως κάνω έτσι... Θα την παλέψω και αυτή τη φάση, τόσες έχω παλέψει, τι στο διάολο, εδώ θα κολλήσω?

Εναν Ενήλικα Λυγμό

Κάποια στιγμή ο παραπάνω τίτλος θα έχει να πει πολλά, θα είναι γνωστός και θα θυμίζει ένα αγαπημένο τραγούδι. Προς το παρόν, ο ιδιοκτήτης του μας υποδέχεται με φρίκες, κακούς εαυτούς, αλλά και με το υπέροχο καλό του ευατό να κάνει come-back και να τα κάνει όλα αλλιώτικα.

Αυτός ο τύπος, ο mn8, είναι φίλος μου, και ενώ παρουσιάζεται σαν ένας κοινός θνητός, έχω σοβαρές υποψίες ότι είναι ένας μεγάλος Νεραϊδένιος ’ρχοντας.

Όλα αυτά και πολλά ακόμα που έχει να πει, μου υποσχέθηκε ότι θα τα καταθέτει εδώ, μ' Έναν Ενήλικα Λυγμό. Καλωσήρθες καλέ μου!

Το άρωμα του ονείρου μου

Όταν ταυτιζόμαστε με τις επιθυμίες μας και τις παίρνουμε πολύ στα σοβαρά, όχι μόνο αυξάνουμε την ευπάθειά μας στην απογοήτευση αλλά, στην ουσία, δημιουργούμε ένα κλίμα αφιλόξενο για την ελεύθερη και αβίαστη εκπλήρωση αυτών των επιθυμιών.*

Επιθυμώ να δω απόψε ένα πολύ γλυκό και ανακουφιστικό όνειρο, το οποίο θα μυρίζει ελευθερία και ξεγνοιασιά, αλλά δεν ταυτίζομαι με αυτή μου την επιθυμία. Επιθυμώ, επίσης, να ξυπνήσω αύριο το πρωί φρέσκια και ξεκούραστη, έτσι για αλλαγή, με όρεξη για πολλά και να φτάσω το βράδυ να έχω κάνει πολύ περισσότερα από όσα φανταζόμουν, αλλά επίσης δεν ταυτίζομαι ούτε και μ' αυτό.

Όπως και να κοιμηθώ απόψε, όπως και να ξυπνήσω το πρωί, θα φορέσω το ίδιο εκνευριστικό κι επίμονο χαμόγελο μαζί με την προστακτική μου να προχωρήσω, όποιο κι αν είναι το τίμημα, πάλι.

[*]Το άρωμα του ονείρου, Τομ Ρόμπινς

10.8.05

Νανούρισμα

Περνάει η ώρα, ησυχάζει ο άνεμος, σβήνουν σιγά σιγά τα φώτα στα παράθυρα του κόσμου. Τι κρίμα που από την Αθήνα τα αστέρια δεν φαίνονται... Έχει τόσα φώτα αυτή η πόλη που μας τυφλώνουν τις νύχτες.

Σκοντάφτουμε στην περασμένη ώρα, οι σκέψεις λιγοστεύουν, μηδενίζονται. Τα αισθήματα δυναμώνουν στις λίγες αγκαλιές που μοιράζονται απόψε. Η ατμόσφαιρα τραντάζεται από τις έρημες αγκαλιές που απομένουν ψύχραιμες.

Ταλαιπωρώ ώρα το μυαλό μου, τι θέλω να προσδιορίσω οπωσδήποτε απόψε? Δεν έχω πρόχειρη απάντηση. Μόνο μερικά θέλω.

Θέλω να μάθω να διαβάζω τις μυρωδιές, να ανασαίνω τη ζωή με το άρωμα του ονείρου, του δικού μου, φορώντας τις παιδικές ροζ πιτζάμες μου. Θέλω τώρα να έρθει κάποιος και να μου πει ένα νανούρισμα, παιδικό, με νοήματα για μεγάλους, που δεν θα τα καταλάβω ούτως ή άλλως, αλλά θα νιώσω κι εγώ "μεγάλη", σαν την νύχτα.

Αυτή την μεγάλη νύχτα, με την εκκωφαντική σιωπή, θα ανεβάσω την ένταση της ανάσας μου. Πατώντας στα άκρες των ποδιών μου θα απλώσω τα χέρια μου στον ουρανό, πάνω από τα φώτα της πόλης και θα πιάσω το μυστικό ενός μικρού αστεριού. Καθώς θα το παίρνω αγκαλιά θα αποκοιμηθώ...

8.8.05

Συγνώμη

Θέλω να ζητήσω συγνώμη από κάθε μικρή μου ευθυμία που έπνιξα σε μιζέριες
Από τα κλάματα που σταμάτησα μπροστά στον καθρέφτη
Να φαίνομαι όμορφη, αυτό μετράει μόνο
Να είμαι εγώ το κάτι άλλο που δεν είμαι

Φευγαλέα πρέπει να τονίσω ότι άλλαξα
δεν είμαι πια η όμορφη ηλιακτίδα κανενός
το άρωμα μου δεν κεντρίζει κανενός την προσοχή στο δρόμο
υπάρχω μόνο ως αόρατη

Η ποιητική σκέψη να κατακρεουργείται επαναληπτικά από την ανώμαλη προσγείωση
Τι τα θες, το νόημα χάθηκε, ανέβηκε σ΄ένα τρένο χωρίς προορισμό
κάπου κοντά στη θάλασσα έτρεξε και κρύφτηκε στις σκιές

Συγνώμη για τις λέξεις που δεν έγιναν προτάσεις ποτέ
για τις προτάσεις που δε σου έκανα
για τη μόνιμη απουσία του λογικού μου και την αντιφατική εμμονή μου στη τάξη και την ισορροπία

για τον αέρα που σταμάτησα, για τη βροχή που δεν χάρηκα, για όλα.

Πρέπει κάπου να ακουμπήσω, κάπου να ζωγραφίσω τη γαλήνη που ψάχνω.
Τις μελωδίες των ονείρων μου πόσο θα ήθελα να τις αφήσω ελεύθερες μέσα στις λυπημένες μέρες

Τώρα πιο πολύ σκέφτομαι ότι άφησα πίσω
και αύριο το πίσω θα έχει έρθει θριαμβευτικά να μου υποκλιθεί
Κοίτα πως ήρθε αυτή η στιγμή, ύπουλα σαν όλες του είδους της, χωρίς επιφωνήματα και εισαγωγές!

Πόσο ακόμα να πιω υπομονή στο ανυπάκουο σκίρτημα της καρδιάς μου? Πολύ μάλλον, θέλω να φύγω τώρα. Ξέρω κάτι δάση που υποδέχονται ακόμα και τους μη έχοντες ξεκάθαρη οπτική των πραγμάτων, ξεκάθαρη προοπτική για την ύπαρξή τους

Πληγώνομαι, δεν λέω, και θέλω να αρχίσω να ταξιδεύω πάλι, μα αυτά τα κάγκελα είναι πολύ στενά, και ούτε ο αναστεναγμός μου δεν χωράει να δραπετεύσει

Εγκλωβισμός στην ανυπόστατη νεράιδα που δεν είμαι

’λλο ένα μπάσταρδο γραπτό με άρωμα καφέ και τσιγάρου, και μιας μπαλάντας που θυμίζει παλιές πληγωμένες στιγμές, ανείπωτης παρακμής

Είναι υπέροχη η φαντασία και η προσθαφαίρεση εννοιών. Κολλάω τις λέξεις από δω κι από κει και χάνομαι κάπου στη διαδικασία, αλλά έχει πλάκα. Και μου αρέσουν τα παιχνίδια. Και τα παραμύθια.

'Ολα αυτά δεν είναι παρά εκκλήσεις... Κάπου εκεί έξω που βρίσκεσαι στο άγνωστο μου, θα τα διαβάσεις και πάνω σε ένα μαύρο άλογο με γαλανά μάτια θα έρθεις να με σώσεις. Γιατί μου έχω κάνει μάγια και καμία λογική δεν μπορώ να στηρίξω σε επιφωνήματα σιγουριάς. Είμαι σίγουρη γι αυτό.

Μηχανική ύπαρξη πολλαπλά συνδυαζόμενων πιστεύω, θεωρώ, και κάπου στην άκρη κάτι μικρών ελπίζω.

Ρήματα έτοιμα να με κατακρεουργήσουν, μαζί με κάθε ανυπότακτη φαντασία μου και κάθε μάσκα που έχω κατά καιρούς φορέσει, αλλά στον καθρέφτη όλα χάνονται, όλα σβήνουν, μια σκοτεινιά μένει να μου κλείνει επαναληπτικά το ίδιο μάτι. Αυτό μου δίνει σιγουριά, τα πράγματα -σημαίνει- δεν θα αλλάξουν. Όταν με κοιτάξει κατάματα, χωρίς κλείσιμο ματιού, τότε θα είναι τετελεσμένο ότι όλα έχουν αλλάξει, και εγώ θα έχω χαθεί στην ματαιότητα των προσδοκιών μου.

Συγνώμη και πάλι, τείνω να γίνομαι μη αντιληπτή και κουραστική. Χρόνια η αδυναμία μου να μείνω στο ίδιο θέμα, στον ίδιο χρόνο που με άφησε κάποια στιγμή η ιστορία μου.

Σε λίγο κενό χρόνο θα κλείσω τα μάτια να δώσω ξανά κίνηση στο μυαλό που κάπου χάθηκε πάλι στις βρώμικες σκέψεις της καρδιάς μου. Μαζί αυτά τα δύο πάνε αντίθετα. Τόσο πολύ που θα το κόψουν το σκοινί, θα σπάσει η συνειδητότητα μου σε μικρά κομμάτια παράνοιας.

Μια έκρηξη συναισθημάτων θα ήταν αρκετή να με κρατήσει στο ρυθμό. Μη με καταδικάζεις σε ζωή χωρίς χορό. Θα γίνουν τα πόδια μου ρίζες, τα δάκρυα μου καρποί, δεν είμαι όμως εγώ παιδί κανενός δέντρου, κι ας φοράω φτερά.

You 've never seen the lonely me at all